Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

Ευτυχισμένος ο άνθρωπος που τεμαχίζεται!

 

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΓΑΠΗ

«Ευτυχισμένος ο άνθρωπος που τεμαχίζεται και προσφέρεται στους άλλους... Έχει καταλάβει ότι μέσα στην ιερουργία της αγάπης ο άνθρωπος κατά χάρη μελίζεται και δεν διαιρείται, εσθίεται και ουδέποτε δαπανάται. Έχει γίνει κατά χάρη Χριστός και έτσι η ζωή του τρέφει και ποτίζει τον αδελφό.»

Το πιο πάνω κείμενο είναι του αρχιμ. Βασιλείου Ιβηρίτη από το βιβλίο του μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου Βλάχου «Θεραπευτική αγωγή». Είναι ένα μικρό κείμενο με μεγάλη σημασία. Δίνει το στίγμα της ευτυχίας που αναζητούμε όλοι.

Συνήθως θεωρούμε την ευτυχία ως κατάσταση που έχει πηγή το είναι μας, τον εαυτό μας. Όμως φαίνεται πως αυτό είναι πλάνη. Ξεγελιόμαστε από τον πόθο της και μπλεκόμαστε στον εγωκεντρισμό μας. Μάλιστα, είναι τέτοιο το μπλέξιμο που αρκετές φορές θεωρούμε τον εγωκεντρισμό ως αγάπη, γιατί κάνουμε πράγματα που εξωτερικά δείχνουν να προσφερόμαστε στους άλλους ή αισθανόμαστε ωραία ψυχολογικά, όταν δείχνουμε ενδιαφέρον.

Ωστόσο, ο π. Βασίλειος -ο σοφός αυτός Αγιορείτης Γέροντας- αγγίζει το θέμα στην ουσία: Αγάπη σημαίνει θυσία του εαυτού μας. Σημαίνει διάλυση του είναι, αυτό το «απαρνησάσθω εαυτόν». Τότε αυτή η θυσία, κατά το μέτρο της θυσίας του Θεανθρώπου Κυρίου μας, γίνεται αιτία ανασυγκρότησης του είναι μας, ανάσταση και όντως Ζωή.

Πώς γίνεται να «τεμαχίζεσαι», να «μελίζεσαι», να «εσθίεσαι»  από τους άλλους, να αφήνεσαι με άλλα λόγια στους «δημίους» σου και συγχρόνως να διατηρείς αναλλοίωτο το πρόσωπό σου; Γίνεται! Το γνωρίζουμε από τον Χριστό, τους μάρτυρες, τους αγίους όλων των αιώνων, τότε και τώρα. Το γνωρίζουμε από την εμπειρία τους. Μπορούμε να το γνωρίσουμε από τη δική μας εμπειρία. Αν αφήσουμε την αγάπη και την προσκόλληση στον εαυτό μας, αν «κόψουμε το θέλημά μας» -κι ας φαίνεται ανθρώπινο και φυσικό- τότε μπορούμε να γνωρίζουμε στην πράξη τι είναι η αγάπη. Και γνωρίζοντας την έρχεται η ευτυχία.

Η ελευθερία του καθενός μας καθορίζει την πορεία της ζωής του. Η όποια θυσία-προσφορά, για να έχει αποτέλεσμα, χρειάζεται να γίνεται χωρίς πίεση εσωτερική ή εξωτερική, αλλά με βάση την επιθυμία να ζήσουμε αυτό το «κάτι άλλο» του κόσμου τούτου.

Ο κόσμος λέει «ο θάνατός σου η ζωή μου». Ο Χριστός λέει «ο θάνατός μου η ζωή σου». Το ένα η κόλαση, το άλλο η Βασιλεία του Θεού. Η επιλογή δική μας.

π. Ανδρέας Αγαθοκλέους
Πηγή: περιοδικό Έκφραση, τεύχ. 133, Μάρτιος 2012, έκδ. Ορθόδοξου Πνευματικού Κέντρου Αγίου Γεωργίου Μακρή, σελ. 12-13.

Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

Η αγάπη είναι απλή μα θέλει κόπο



Οι σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας, η κοινωνία των γονέων μεταξύ τους, των γονέων με τα παιδιά και των παιδιών μεταξύ τους, αλλά και η συνάντηση της οικογένειας με τον κόσμο και την κοινωνία είναι κατάσταση και εμπειρία ζωής. Όσα κι αν έχει διαβάσει κανείς, όσο «ειδικός» κι αν έχει γίνει, είτε συζητώντας, είτε ασχολούμενος με ανθρώπινα πρόσωπα, το να είσαι γονιός, το να παλεύεις καθημερινά με «τον βοηθό κατά σε», με τα παιδιά που ο Θεός σου έχει χαρίσει, το να ψάχνεις να βρεις όχι πώς θα γίνεις καλύτερος , αλλά πώς δεν θα δυσκολέψεις τη ζωή των άλλων αποτελεί ευλογία, σταυρό κι ανάσταση. 

Η ευλογία έχει να κάνει με το μοίρασμα της ζωής. Με την δυνατότητα να αγαπάς και να αγαπιέσαι. Έχει να κάνει με την πρόκληση να μπορείς να μαθαίνεις, να εργάζεσαι, να πολεμάς ώστε να έχεις την δυνατότητα να δίνεις περισσότερα σ’ αυτούς που είναι πλάι σου, σε κοιτούν με την προσδοκία ότι έχεις την ιδιότητα που δεν έχουν, είσαι δηλαδή πατέρας, αλλά και είσαι ταυτόχρονα άνθρωπος, δηλαδή όμοιος κατά πάντα μ’ αυτούς.  Δηλαδή χτίζεις χαρές και λύπες γι’ αυτούς, αλλά και μετέχεις στις χαρές και τις λύπες που κι αυτοί με τη σειρά τους χτίζουν για σένα. Κι αυτό είναι αληθινή ευλογία, γιατί μόνο έτσι μπορείς να συνειδητοποιήσεις ποιος αληθινά είσαι. Στις σχέσεις σου μ’ αυτούς που θεωρείς δεδομένο ότι αγαπάς και θεωρείς δεδομένο ότι σε αγαπούνε. Εκεί νιώθεις την ελευθερία να είσαι αυτός που είσαι. Εκεί καταλαβαίνεις τις αδυναμίες σου, τις αμαρτίες σου, τις αστοχίες σου, τους καημούς, αλλά και τα όνειρά σου, όπως επίσης και το ότι δεν μπορείς να κρύψεις τίποτε απ’ αυτό που είσαι. Στέκεσαι στον καθρέφτη των ματιών των άλλων και όσο κι αν θέλεις να δείχνεις κάτι άλλο, δεν μπορείς. Ελευθερία κι αγάπη, οι δύο μεγάλες δωρεές του «κατ’ εικόνα» σου είναι τα εφόδια που έχεις στον δρόμο και τον τρόπο της οικογένειας, αλλά και, την ίδια στιγμή, οι κριτές σου.

Αυτό λοιπόν που είναι η ευλογία, γίνεται ταυτόχρονα κι ο σταυρός σου, το φορτίο και η ευθύνη σου. Είσαι άραγε το πρότυπο που η γονεϊκή σου ιδιότητα μοιάζει αυτονόητο ότι σε καθιστά; Χτίζεις σχέσεις με βάση αυτό που θέλεις εσύ, αυτό που σου φωνάζει το «εγώ» σου ότι είναι σωστό ή είσαι έτοιμος να μετρήσεις και τους άλλους με βάση αυτό που είναι και όχι αυτό που θα ήθελες να είναι, παρότι έχεις πρόγραμμα, αξίες, διάθεση να μεγαλώσεις, ιδίως τα παιδιά σου, με σκοπό να αποτελούν γνήσιους καρπούς του δέντρου σου; Πώς μπορείς να συνταιριάξεις τη δική σου με την δική τους ελευθερία; Πόσο μπορείς ή πόσο πρέπει να ανεχτείς  να είναι περισσότερο ελεύθεροι από όσο μπορείς να αντέξεις; Πόσο μπορείς να αντέξεις να έχουν τα δικά τους όνειρα, που δεν είναι ίδια με τα δικά σου; Πόσο τελικά μπορείς να σηκώσεις και το δικό σου και το δικό τους φορτίο;  

Πιστεύοντας πάντως στον Χριστό και ζώντας την οδό της Εκκλησίας η ευλογία και ο σταυρός συνδέονται με την Ανάσταση. Και η ανάσταση δεν έχει να κάνει με τον θάνατο του σώματος, ούτε μόνο και με την νίκη κατά του πνευματικού θανάτου, δηλαδή του χωρισμού από τον Θεό. Η ανάσταση έχει να κάνει με την δυνατότητα να νικάς τους μικρούς καθημερινούς θανάτους της ήττας από το «εγώ» σου, τις πτώσεις του ιδίου θελήματος, της αίσθησης ότι τα γνωρίζεις όλα, ότι η στάση σου είναι η μοναδική αληθινή στάση, ότι όλος ο κόσμος και οι οικείοι σου περιστρέφονται γύρω από σένα. Ο αγώνας να ζήσεις την παρουσία και το Ευαγγέλιο του Χριστού σε κάνει να ανίστασαι από τις βεβαιότητές σου που σε ρίχνουν κάτω, γιατί οι άλλοι δεν μπορούν να τις αποδεχτούν, να βγάζεις μίαν άλλη ποιότητα ελπίδας και νοήματος, που σε κάνει να χαίρεσαι γιατί είσαι σύζυγος, γονέας και ταυτόχρονα παιδί του Θεού, αλλά και να παλεύεις ό,τι έχεις λάβει να το δώσεις, όχι με γνώμονα μόνο την επιτυχία της σχέσης, της οικογένειας, του εαυτού σου στον παρόντα κόσμο και χρόνο, αλλά κυρίως την πορεία προς την αιώνια κοινωνία με τον Χριστό, αλλά και όλους όσους αγαπάς στον τρόπο της Βασιλείας.

«Η  αγάπη είν' απλή μα θέλει κόπο» τραγουδούν οι αδελφοί Κατσιμίχα. Μία αλήθεια η οποία περιγράφει τι είναι αληθινά η οικογένεια. Μία κοινωνία ανθρώπων που θέλουν να δίνουν και να  παίρνουν αγάπη, με απλούς τρόπους και αυτονόητη απλότητα, μα που δυσκολεύονται πολύ, γιατί όλα θέλουν κόπο. Και ζούμε σε μία εποχή η οποία έχει μάθει τον κόπο να τον αφήνει στην άκρη και είναι δύσκολο να πείσουμε τους εαυτούς μας και, κυρίως, τα παιδιά μας, ότι δεν είναι μόνο δικαίωμα η αγάπη, αλλά επιλογή και κόπος που ομορφαίνει και νοηματοδοτεί τη ζωή μας. Μαζί με την ελευθερία αποτελούν την οδό της όντως ζωής, αυτή που σε κάνει να συναντάς Θεό και άνθρωπο και να χτίζεις μία κοινωνία στην οποία η χαρά δεν γίνεται να σου αφαιρεθεί.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Το γέμισμα της Χάρης Του!

 

–Θὰ σοῦ τὸ πῶ, παιδί μου, γιὰ νὰ ἐνισχυθεῖς στὴν πίστη ὅτι ὁ Κύριος δὲν ἐγκαταλείπει τοὺς δικούς του, ὅταν αὐτοὶ μὲ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὴ στοργικὴ Πρόνοιά Του ἀφήνουν τοὺς ἑαυτούς τους καὶ τὶς οἰκογένειές τους στὰ χέρια Του...

Μὲ τοῦτα τὰ λόγια ἄρχισε ὁ πατὴρ Ἰωάννης νὰ διηγεῖται σὲ πνευματικό του παιδὶ τὸ περιστατικὸ ἐκεῖνο ἀπὸ τὴν ἱερατική του ζωὴ καὶ διακονία, ὅταν νέος ἀκόμα ἀρχιμανδρίτης γυρνοῦσε τὰ χωριὰ τοῦ θεσσαλικοῦ κάμπου ὡς ἱεροκήρυκας τῆς Μητροπόλεως.

–Πᾶνε χρόνια τώρα, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σβήσει μέσα μου. Εἶναι κάτι ποὺ θὰ τὸ θυμοῦμαι σ’ ὅλη μου τὴ ζωή.

Κι ἄρχισε νὰ διηγεῖται:
–Ἦταν Κυριακή, Νοέμβρης μήνας, ἂν θυμᾶμαι καλά. Ἀπὸ τὴ Μητρόπολη μ’ ἔστειλαν νὰ λειτουργήσω σ’ ἕνα ἡμιορεινὸ χωριό, κάπου στοὺς πρόποδες τοῦ Κισσάβου. Ἤξερα ὅτι ἐκεῖ ἐφημέριος εἶναι ἕνας πολὺ εὐσεβὴς ἱερεύς, ὁ π. Ἐμμανουήλ. Τὸν ἔβλεπα κάπου-κάπου στὶς ἱερατικές μας συνάξεις. Διακρινόταν γιὰ τὴ σεμνότητα καὶ εὐλάβειά του. Ἦταν καὶ πολύτεκνος οἰκογενειάρχης. Πέντε παιδιὰ εἶχε.

Ἔφτασα σχεδὸν ἀχάραγα ἀκόμη στὸ χωριό. Ὁ ναὸς ἀνοιχτός. Ὁ π. Ἐμμανουὴλ ἄναβε τὰ καντήλια. Πῶς ἔκανε ποὺ μὲ εἶδε! «Καλῶς ἦλθες, πάτερ μου, στὸ χωριό μας. Σήμερα θά ’χουμε πατριαρχικὴ λειτουργία μὲ τὴν παρουσία σου»! Τό ’λεγε, καὶ τὸ πρόσωπό του φωτιζόταν. Τί ἄνθρωπος! Λειτουργήσαμε μαζί. Τόσο ποὺ εὐχαριστήθηκα! Συνδύαζε ὁ ἱερεὺς αὐτὸς τὴν ἁπλότητα μὲ κάποια –πῶς νὰ τὸ πῶ;– ἐπισημότητα στὴ λειτουργία του. Μεγάλα πράγματα...

Ὅταν ἀπολύσαμε, μοῦ λέει μὲ τὸ φωτεινό του πρόσωπο:
–Πάτερ μου, δὲν θὰ φύγεις. Σήμερα θὰ φᾶμε μαζὶ στὸ σπίτι. Ἤδη ἡ πρεσβυτέρα πῆγε νὰ ἑτοιμάσει τὸ τραπέζι.

Δὲν μποροῦσα νὰ ἀρνηθῶ. Καὶ μόνο ὁ τρόπος του μὲ σκλάβωνε.

Πῆγα στὸ σπίτι του. Ὅλα πρόδιδαν ἔσχατη φτώχεια. Δύο καμαροῦλες ὅλο κι ὅλο, κι ἕνα καθιστικό, ποὺ ἦταν καὶ κουζίνα καὶ τραπεζαρία μαζί.

Τὰ παπαδοπαίδια –πέντε, ὅπως σοῦ εἶπα– ὅλα τους χαριτωμένα, γελαστά, πρόθυμα. Τὸ μεγαλύτερο ὣς δεκάξι-δεκαεφτὰ χρονῶν. Τὸ μικρότερο στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάννας. Τὰ δύο ἀγοράκια, ἀφοῦ πῆραν τὴν εὐχή μου καὶ ζήτησαν τὴν ἄδεια ἀπὸ τὸν πατέρα τους, βγῆκαν ἔξω στὴν αὐλὴ νὰ παίξουν. Ἡ μία ἀπὸ τὶς κόρες ἔψησε τὸν καφὲ καὶ τὸν ἔφερε σεβαστικά, νὰ πιοῦμε μὲ τὸν παπα-Μανώλη. Ἔπειτα εὐγενικὰ ἀποσύρθηκε στὸ διπλανὸ δωμάτιο. Ἡ ἄλλη, μικρότερη, ἔτρεχε πίσω ἀπὸ τὴ μαμά.

–Πάτερ Ἰωάννη, μοῦ λέει ὁ παπα-Μανώλης, ὅπως βλέπεις, φτώχεια μεγάλη ἔχουμε. Ἀλλὰ δόξα τῷ Θεῷ. Τίποτε δὲν μᾶς λείπει. Ὅλα μᾶς τὰ δίνει ὁ ἀγαθὸς Θεός. Μέρα-νύχτα Τὸν εὐχαριστοῦμε καὶ Τὸν δοξάζουμε. Τί νὰ σοῦ πῶ; Ἐγώ, πάτερ μου, συγκινοῦμαι πολὺ μὲ τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ στὸ σπίτι μας. Ἔχουμε τέτοια χαρὰ ἐδῶ μέσα, ἕνα γέμισμα νιώθουμε, δὲν μπορῶ νὰ σοῦ τὸ ἐξηγήσω.

–Ἡ χάρις εἶναι, πάτερ μου, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ δίνει αὐτὸ τὸ γέμισμα ποὺ λές.

–Ναί, πάτερ. Αὐτὸ εἶναι. Ὅπως τὸ εἶπες. Ἡ χάρις.

Μοῦ ’πε καὶ ἄλλα γιὰ τὴν ἱερατική του διακονία στὸ χωριό, μέχρι ποὺ ἔφτασε ἡ ὥρα γιὰ τὸ φαγητό. Ἡ πρεσβυτέρα φώναξε τὰ παιδιὰ καὶ ὅλοι βρεθήκαμε γύρω ἀπὸ τὸ τραπέζι.

Ἔμεινα ἐμβρόντητος. Στὸ τραπέζι ὑπῆρχε μία ψωμιέρα στὸ κέντρο μὲ μιὰ λειτουργιὰ* ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, καὶ στὸν καθένα μπροστὰ ἕνα πιάτο μ’ ἕνα κεφτεδάκι μέσα. Τὸ δικό μου πιάτο εἶχε δύο. Τίποτε ἄλλο. 

Τὸ μικρότερο ἀγόρι εἶπε τὸ «Πάτερ ἡμῶν»: «Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον...». Ἐγὼ εὐλόγησα. Καθίσαμε.

Φάγαμε. Τί γεῦμα ἦταν ἐκεῖνο! Τί ἀπόλαυση! Δὲν μπορῶ νὰ σοῦ πῶ, παιδί μου. Ἀπόλαυση. Χαρά! Χορτασμός. Χορτασμός; Ξέρεις τί χορτασμός; Σὰ νὰ εἶχα φάει διπλὴ μερίδα ἀπ’ ὅ,τι συνήθως τρῶμε. Κι ὄχι μόνο χορτασμός. Ἕνα... –πῶς νὰ σοῦ πῶ;– ἕνα γέμισμα! Αὐτό. Αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ π. Ἐμμανουὴλ πρίν. Γέμισμα. Εὐφροσύνη. Ἡδονή. Συγκίνηση. Πῶς νὰ σοῦ τὸ περιγράψω, δὲν ξέρω!

Ἔκανα τὴν εὐχαριστία στὸ τέλος. «Εὐλόγησον τὰ περισσεύματα τῆς παρούσης τραπέζης...» –λίγα ψίχουλα ἦταν– «καὶ πλήθυνον αὐτὰ ἐν τῷ οἴκῳ τούτῳ καὶ εἰς τὸν κόσμον σου ἅπαντα». Καὶ καθὼς τὰ παιδιὰ μὲ κοίταζαν ποὺ ἔλεγα τὴν προσευχή, τὰ μάτια τους εἶχαν μιὰ τέτοια λάμψη, ζωηράδα, χαρά... Τί νὰ σοῦ πῶ, παιδί μου. Ἕνα... γέμισμα!

Πηγή: περιοδικό Ο Σωτήρ, τεύχ. 2060, 1/2/2013, εκδ. αδελφότητας θεολόγων «Ο Σωτήρ», σελ. 71-72.

*λειτουργιά = το πρόσφορο.

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Όπως θα προσευχόσουν για σένα


Όταν συγκινείσαι από τα βάσανα και την ψυχική ταλαιπωρία των άλλων και παρακινείσαι να κάνεις προσευχή γι' αυτούς με «καρδίαν συντετριμμένην», να ζητάς να τους ελεήσει ο Θεός και να συγχωρήσει τις αμαρτίες τους, όπως θα προσευχόσουν και για τις δικές σου αμαρτίες. Δηλαδή να δέεσαι στον Θεό με δάκρυα. Να προσευχηθείς για τη σωτηρία τους όπως θα προσευχόσουν για τη δική σου σωτηρία. Αν το κατορθώσεις αυτό και το συνηθίσεις, θα λάβεις από το Θεό πολλά πνευματικά χαρίσματα, τα δώρα του Αγίου Πνεύματος, που αγαπά την ψυχή και θέλει τη σωτηρία των άλλων. Το ίδιο το Αγίο Πνεύμα θέλει να μας σώσει με κάθε δυνατό τρόπο, αρκεί εμείς να μην Του εναντιωθούμε, να μη σκληρύνουμε τις καρδιές μας. «Τὸ Πνεῦμα ὑπερεντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις» (Ρωμ. η' 26). 

Πηγή: Αγίου Ιωάννη της Κροστάνδης, Η εν Χριστώ ζωή μου 

Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Αγαπάω αυτούς που αγαπούν τη ζωή


Ἀναρωτιέμαι μερικὲς φορές: εἶμαι ἐγὼ ποὺ σκέφτομαι καθημερινὰ πὼς ἡ ζωή μου εἶναι μία; Ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι τὸ ξεχνοῦν; Ἢ πιστεύουν πὼς θὰ ἔχουν κι ἄλλες, πολλὲς ζωές, γιὰ νὰ κερδίσουν τὸν χρόνο ποὺ σπαταλοῦν;

Μοῦτρα. Ν᾿ ἀντικρίζεις τὴ ζωὴ μὲ μοῦτρα. Τὴ μέρα, τὴν κάθε σου μέρα. Νὰ περιμένεις τὴν Παρασκευὴ ποὺ θὰ φέρει τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακὴ γιὰ νὰ ζήσεις. Κι ὕστερα νὰ μὴ φτάνει οὔτε κι αὐτό, νὰ χρειάζεται νὰ περιμένεις τὶς διακοπές. Καὶ μετὰ οὔτε κι αὐτὲς νὰ εἶναι ἀρκετές. Νὰ περιμένεις μεγάλες στιγμές. Νὰ μὴν τὶς ἐπιδιώκεις, νὰ τὶς περιμένεις.

Κι ὕστερα νὰ λὲς πὼς εἶσαι ἄτυχος καὶ πὼς ἡ ζωὴ ἦταν ἄδικη μαζί σου.

Καὶ νὰ μὴ βλέπεις πὼς ἀκριβῶς δίπλα σου συμβαίνουν ἀληθινὲς δυστυχίες ποὺ ἡ ζωὴ κλήρωσε σὲ ἄλλους ἀνθρώπους. Σ᾿ ἐκείνους ποὺ δὲν τὸ βάζουν κάτω καὶ ἀγωνίζονται. Καὶ νὰ μὴν μαθαίνεις ἀπὸ τὸ μάθημά τους. Καὶ νὰ μὴ νιώθεις καμία φορὰ εὐλογημένος ποὺ μπορεῖς νὰ χαίρεσαι τρία πράγματα στὴ ζωή σου, τὴν καλὴ ὑγεία, δύο φίλους, μιὰ ἀγάπη, μιὰ δουλειά, μιὰ δραστηριότητα ποὺ σὲ κάνει νὰ αἰσθάνεσαι ὅτι δημιουργεῖς, ὅτι ἔχει λόγο ἡ ὕπαρξή σου.

Νὰ κλαίγεσαι ποὺ δὲν ἔχεις πολλά. Ποὺ κι ἂν τὰ εἶχες, θὰ ἤθελες περισσότερα. Νὰ πιστεύεις ὅτι τὰ ξέρεις ὅλα καὶ νὰ μὴν ἀκοῦς. Νὰ μαζεύεις λύπες καὶ ἀπελπισίες, νὰ ξυπνᾶς κάθε μέρα ἀκόμη πιὸ βαρύς. Λὲς καὶ ὁ χρόνος σου εἶναι ἀπεριόριστος.

Κάθε μέρα προσπαθῶ νὰ μπῶ στὴ θέση σου. Κάθε μέρα ἀποτυγχάνω. Γιατὶ ἀγαπάω ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὴ ζωή. Καὶ ποὺ ἡ λύπη τους εἶναι ἡ δύναμή τους. Ποὺ κοιτάζουν μὲ μάτια ἄδολα καὶ ἀθῷα, ἀκόμα κι ἂν πέρασε ὁ χρόνος ἀδυσώπητος ἀπὸ πάνω τους. Ποὺ γνωρίζουν ὅτι δὲν τὰ ξέρουν ὅλα, γιατὶ δὲν μαθαίνονται ὅλα.

Ποὺ στύβουν τὸ λίγο καὶ βγάζουν τὸ πολύ. Γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους καὶ γιὰ ὅσους ἀγαποῦν. Καὶ δὲν κουράζονται νὰ ἀναζητοῦν τὴν ὀμορφιὰ στὴν κάθε μέρα, στὰ χαμόγελα τῶν ἀνθρώπων, στὰ χάδια τῶν ζώων, σὲ μιὰ ἀσπρόμαυρη φωτογραφία, σὲ μιὰ πολύχρωμη μπουγάδα.

Ὅσο κι ἂν κανεὶς προσέχει
ὅσο κι ἂν τὸ κυνηγᾶ
πάντα, πάντα θά ῾ναι ἀργά,
δεύτερη ζωὴ δὲν ἔχει.


Οδυσσέας Ελύτης
Αποδελτίωση: www.nektarios.gr

Υ/γ. Α. μου, γι' αυτό αγαπώ το χαμόγελό σου! 

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

Ο Θεός δεν μας εγκαταλείπει!




Στην κατάσταση πού είναι σήμερα οι άνθρωποι, ό,τι τους λέει ο λογισμός κάνουν. Άλλοι είναι με χάπια, άλλοι παίρνουν ναρκωτικά… Κάθε τόσο τρεις-τέσσερεις ξεκινούν να κάνουν μια καινούργια θρησκεία. Ανάλογα, λίγα γίνονται, εγκλήματα, δυστυχήματα κ.λπ. Βοηθάει ο Θεός. Ήρθε ένας στο καλύβι και μου λέει: «Έχεις καμιά κιθάρα;» Πίνει χασίς, έχει όρεξη να μιλάει -δεν σε ρωτάει αν έχεις εσύ όρεξη- θέλει και μια κιθάρα!! Άλλοι βαρέθηκαν την ζωή τους και θέλουν να αυτοκτονήσουν ή να κάνουν κανένα κακό, για να γίνει σαματάς. Δεν είναι ότι τους περνάει αυτό σαν βλάσφημος λογισμός και τον διώχνουν. Βαρέθηκαν την ζωή τους και δεν ξέρουν τι να κάνουν. Μου είπε ένας: «Θέλω να με γράψουν οι εφημερίδες ότι είμαι ήρωας». Οι άλλοι χρησιμοποιούν μερικούς τέτοιους και κάνουν την δουλειά τους. Πάλι καλά, ανάλογα, λίγα γίνονται.

Το καλό είναι που δεν μας εγκαταλείπει ο Θεός. Ο Καλός Θεός τον σημερινό κόσμο τον φυλάει με τα δύο Του χέρια, παλιότερα μόνο με το ένα. Σήμερα, μέσα στους τόσους κινδύνους πού ζει ο άνθρωπος, ο Θεός τον φυλάει όπως η μάνα το μικρό παιδί, όταν αρχίζει να περιπατάει. Τώρα μας βοηθούν πιο πολύ ο Χριστός, η Παναγία, οι Άγιοι, αλλά δεν το καταλαβαίνουμε.   
 
Πού θα ήταν ο κόσμος, αν δεν βοηθούσαν!… Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων παίρνει χάπια και είναι σε μια κατάσταση… Άλλος μεθυσμένος, άλλος απογοητευμένος, άλλος ζαλισμένος, άλλος από τους πόνους ξενυχτισμένος. Όλοι αυτοί βλέπεις να οδηγούν αυτοκίνητα, μοτοσυκλέτες, να κάνουν επικίνδυνες δουλειές, να χειρίζονται επικίνδυνα μηχανήματα. Είναι όλοι αυτοί σε κατάσταση να οδηγούν; Μπορούσε να είχε σακατευθεί ο κόσμος. Πώς μας φυλάει ο Θεός και δεν το καταλαβαίνουμε!

Παλιά, θυμάμαι, πήγαιναν οι γονείς στα χωράφια και πολλές φορές μας άφηναν στην γειτόνισσα να μας προσέχει μαζί με τα παιδιά τα δικά της. Αλλά τότε ήταν ισορροπημένα τα παιδιά. Μια ματιά έριχνε η γειτόνισσα και έκανε τις δουλειές της και εμείς παίζαμε ήσυχα. Έτσι και ο Χριστός, η Παναγία, οι Άγιοι παλιά με μια ματιά παρακολουθούσαν τον κόσμο. Σήμερα και ο Χριστός και η Παναγία και οι Άγιοι τον έναν πιάνουν από εδώ, τον άλλον από εκεί, γιατί οι άνθρωποι δεν είναι ισορροπημένοι. Τώρα είναι μια κατάσταση… Θεός φυλάξοι! Σαν μια μητέρα να έχει δύο-τρία προβληματικά παιδιά, το ένα λίγο χαζούλικο, το άλλο λίγο αλλήθωρο, το άλλο λίγο ανάποδο, να έχει και κανά-δύο της γειτόνισσας να τα προσέχει, και το ένα να ανεβαίνει ψηλά και να κινδυνεύει να πέσει κάτω, το άλλο να παίρνει το μαχαίρι να κόψη τον λαιμό του, το άλλο να πάει να κάνη κακό στο άλλο, και αυτή συνέχεια να βρίσκεται σε εγρήγορση, να τα παρακολουθεί, και εκείνα να μην καταλαβαίνουν την αγωνία της. Έτσι και ο κόσμος δεν καταλαβαίνει την βοήθεια του Θεού. Με τόσα επικίνδυνα μέσα που υπάρχουν σήμερα θα είχε σακατευθεί, αν δεν βοηθούσε ο Θεός. Αλλά έχουμε και Πατέρα τον Θεό και Μάνα την Παναγία και αδέλφια τους Αγίους και τους Αγγέλους, που μας προστατεύουν.


Γέροντας Παΐσιος 
Πηγή: Γέροντος Παϊσίου, Λόγοι Α’: Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο, έκδ. Ι. Ησυχ. «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης
Αναδημοσίευση: Ο Τήρων (15/1/2010)

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Εγκώμια επιταφίου




Ερμηνεία από τον Σύλλογο Μουσικοφίλων Κωνσταντινουπόλεως.
Πηγή βίντεο: 888romania

Σημ.: Τα εγκώμια του όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου ψάλλονται τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής.


ΣΤΑΣΙΣ ΠΡΩΤΗ
Ἦχος πλ. α´. 
Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ, κατετέθης Χριστέ, καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν.
Ἡ ζωὴ πῶς θνήσκεις; πῶς καὶ τάφῳ οἰκεῖς; τοῦ θανάτου τὸ βασίλειον λύεις δέ, καὶ τοῦ ᾍδου τοὺς νεκροὺς ἐξανιστᾷς.
Μεγαλύνομέν σε, Ἰησοῦ Βασιλεῦ, καὶ τιμῶμεν τὴν Ταφὴν καὶ τὰ Πάθη σου· δι᾿ ὧν ἔσωσας ἡμᾶς ἐκ τῆς φθορᾶς. 
Δόξα. 
Ἀνυμνοῦμεν Λόγε, σὲ τὸν πάντων Θεόν, σὺν Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ σου Πνεύματι, καὶ δοξάζομεν τὴν θείαν σου Ταφήν. 
Καὶ νῦν. 
Μακαρίζομέν σε, Θεοτόκε ἁγνή, καὶ τιμῶμεν τὴν Ταφὴν τὴν τριήμερον, τοῦ Υἱοῦ σου καὶ Θεοῦ ἡμῶν πιστῶς. 

ΣΤΑΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ
Ἦχος πλ. α´. 
Ἄξιόν ἐστι, μεγαλύνειν σε τὸν Ζωοδότην, τὸν ἐν τῷ Σταυρῷ τὰς χεῖρας ἐκτείναντα, καὶ συντρίψαντα τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ.
Ἄξιόν ἐστι, μεγαλύνειν σε τὸν πάντων Κτίστην· τοῖς σοῖς γὰρ παθήμασιν ἔχομεν, τὴν ἀπάθειαν ῥυσθέντες τῆς φθορᾶς.
Ἔκλαιε πικρῶς, ἡ πανάμωμος Μήτηρ σου Λόγε, ὅτε ἐν τῷ τάφῳ ἑώρακε, σὲ τὸν ἄφραστον καὶ ἄναρχον Θεόν. 
Δόξα.
 Ἄναρχε Θεέ, συναΐδιε Λόγε καὶ Πνεῦμα, σκῆπτρα τῶν Ἀνάκτων κραταίωσον, κατὰ πολεμίων ὡς ἀγαθός. 
Καὶ νῦν. 
Τέξασα ζωήν, Παναμώμητε ἁγνὴ Παρθένε, παῦσον Ἐκκλησίας τὰ σκάνδαλα, καὶ βράβευσον εἰρήνην ὡς ἀγαθή. 

ΣΤΑΣΙΣ ΤΡΙΤΗ
Ἦχος γ´. 
Αἱ γενεαί πᾶσαι, πιταφίους ὕμνους, προσφέρουσι Χριστέ μου.
Τοῦ ξύλου καθελὼν σέ, ὁ Ἀριμαθαίας, ἐν τάφῳ σε κηδεύει. 
Οὓς ἔθρεψε τὸ μάννα, ἐκίνησαν τὴν πτέρναν, κατὰ τοῦ Εὐεργέτου. 
Ὢ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, ποῦ ἔδυ σου τὸ κάλλος;
Ἔῤῥαναν τὸν τάφον, αἱ Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωῒ ἐλθοῦσαι. 
Δόξα. 
Ὢ Τριὰς Θεέ μου, Πατὴρ Υἱὸς καὶ Πνεῦμα, ἐλέησον τὸν Κόσμον. 
Καὶ νῦν. 
Ἰδεῖν τὴν τοῦ Υἱοῦ σου, Ἀνάστασιν Παρθένε, ἀξίωσον σοὺς δούλους.

Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

Το δικό Του βλέμμα...



Μελετώντας κανεὶς τὴ ζωὴ τοῦ Κυρίου μας μέσα ἀπὸ τὶς σελίδες τῆς Ἁγίας Γραφῆς διαπιστώνει πὼς ὑπάρχουν κάποια μικρὰ σημεῖα, κάποιες λεπτομέρειες, ποὺ ἐκ πρώτης ὄψεως μπορεῖ νὰ φαίνονται ἀσήμαντες, ἂν ὅμως τὶς ἐξετάσει προσεκτικότερα, θὰ δεῖ πὼς καὶ αὐτὲς οἱ λεπτομέρειες ἔχουν τὴ θέση τους, τὴ σημασία, τὴν ἀξία τους.

Μιὰ τέτοια συγκλονιστικὴ λεπτομέρεια μᾶς περιγράφει ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς.

Μεσάνυχτα Πέμπτης πρὸς Παρασκευὴ ὁ Κύριος βρίσκεται ἐνώπιον τῶν ἀρχιερέων Ἄννα καὶ Καϊάφα. Μόνος. Χωρὶς τὴ συνοδεία, τὴ συμπαράσταση τῶν μαθητῶν, τὴν ὑποστήριξη τοῦ Πέτρου, τὴν ὁποία λίγο πρὶν Τοῦ εἶχε ὑποσχεθεῖ.

Τὴν ἴδια ὥρα, στὸν ἴδιο τόπο, μπροστὰ σὲ μιὰ δούλη αὐτὸς ὁ μαθητής, ὁ Πέτρος, θὰ ἀρνηθεῖ τὸν Κύριο τρεῖς φορές. Καὶ μάλιστα μὲ ὅρκους καὶ ἀναθεματίζοντας καὶ καταρώμενος τὸν ἑαυτό του, εἶπε ὅτι δὲν γνωρίζει τὸν Κύριό του! Ὁ πειρασμὸς ἦταν μεγάλος καὶ τὸ ἁμάρτημα βαρύ. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἀκούστηκε τὸ λάλημα τοῦ πετεινοῦ. Ἦταν τὸ σημάδι ποὺ εἶχε βάλει ὁ Κύριος γιὰ νὰ τὸν ξυπνήσει. «Οὐ φωνήσει σήμερον ἀλέκτωρ πρὶν ἢ τρὶς ἀπαρνήσῃ μὴ εἰδέναι με» τοῦ εἶχε πεῖ (Λουκ. κβ΄ 34).

Τὴν ἴδια στιγμὴ ὁ Κύριος, εἴτε ἀπὸ τὴν ἀνοικτὴ πόρτα τῆς αἴθουσας ὅπου δικαζόταν, εἴτε ἀπὸ κάποιο παράθυρο τοῦ διαδρόμου ἀπ’ ὅπου Τὸν ὁδήγησαν στὴν ἐπίσημη αἴθουσα τοῦ συνεδρίου, ἔριξε ἕνα βλέμμα στὸν Πέτρο γεμάτο πόνο καὶ συμπάθεια. «Ἐνέβλεψε τῷ Πέτρῳ», σημειώνει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς. Βρισκόταν ἐνώπιον τῶν παρανόμων δικαστῶν, δὲν λησμόνησε ὅμως τὸν μαθητή του. Θὰ μποροῦσε, σημειώνει ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς Παναγιώτης Τρεμπέλας, «νὰ τοῦ στρέψῃ ὁριστικῶς τὰ νῶτα καὶ νὰ μὴ ρίψῃ πλέον κανὲν βλέμμα εἰς αὐτόν. Καίτοι δὲ ὁ Πέτρος εἶναι ἤδη ἔνοχος βαρέος ἐγκλήματος, ἐν τούτοις ὁ Ἰησοῦς ἀποφεύγει νὰ τὸν ἐκθέσῃ καὶ νὰ τὸν καταισχύνῃ. Δὲν τοῦ φωνάζει, ἀλλὰ ρίπτει βλέμμα ἐπ’ αὐτοῦ, τὴν σημασίαν τοῦ ὁποίου μόνος ὁ Πέτρος ἠδύνατο νὰ ἐννοήσῃ».

Τὸ βλέμμα τοῦ Κυρίου...

Βλέμμα πόνου. Αὐτὸ τὸ βλέμμα ἦταν ἕνας πολὺ δυνατὸς λόγος πρὸς τὸν μαθητή. Μιλοῦσε γιὰ τὸν πόνο ποὺ τοῦ προξένησε ἡ ἁμαρτία τοῦ Πέτρου. Ἔλεγε ὅτι πονάει καὶ λυπᾶται βαθύτατα ὁ Κύριος γιὰ τὸ κατάντημα τοῦ μαθητῆ.

Ἀλλὰ εἶναι καὶ βλέμμα ἐκπλήξεως καὶ ἐλέγχου. Σὰν νὰ τοῦ ἔλεγε: Ἐσύ, Πέτρε, δὲν μὲ γνωρίζεις; Ἐσὺ ποὺ ἤσουν τρία ὁλόκληρα χρόνια μαζί μου; Ἐσὺ τοῦ ὁποίου πρὶν ἀπὸ λίγο ἔπλυνα τὰ πόδια καὶ ἔδωσα τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα μου; Ἐσὺ ποὺ μὲ διαβεβαίωσες γιὰ τὴ μέχρι θανάτου ἀφοσίωσή σου; Πέτρε! Πόσο ἀσυνεπὴς φάνηκες! Δὲν μπόρεσες νὰ κρατήσεις τὸ λόγο σου! Πόσο χαμηλὰ ἔπεσες ἐσὺ ὁ γενναῖος!

Ἦταν ὅμως καὶ βλέμμα γεμάτο στοργὴ καὶ συμπάθεια. Καὶ στὴν πτώση σου εἶμαι κοντά σου, Πέτρε, τοῦ ἔλεγε. Καὶ προηγουμένως προσευχήθηκα νὰ μὴ χαθεῖς. Καὶ τώρα ὅμως στὴν ὥρα τῆς ἀδυναμίας σου δὲν σὲ ἀπορρίπτω. Εἶμαι κοντά σου.

Ἦταν τέλος καὶ βλέμμα καθοδηγήσεως. Τοῦ ἔλεγε: Θυμήσου, Πέτρε, τὴν κλίση σου. Θυμήσου τότε ποὺ περπάτη σες πάνω στὰ κύματα καί, ὅταν ἄρχισες νὰ βυθίζεσαι, φώναξες «Κύριε, σῶσόν με».  Τότε ἅπλωσα τὸ χέρι μου καὶ σ’ ἔσωσα. Τώρα τὰ χέρια μου εἶναι ἁλυσο δεμένα. Καὶ ὁ κίνδυνος στὸν ὁποῖο βρίσκεσαι, εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλύτερος. Ἁπλώνω λοιπὸν τὸ βλέμμα μου, γιὰ νὰ σὲ βοηθήσω νὰ σηκωθεῖς ἀπὸ τὴ φοβερὴ πτώση σου. Στὸ βάθος τῆς ψυχῆς σου γνωρίζω ὅτι συνεχίζεις νὰ μὲ ἀγαπᾶς. Γι’ αὐτὸ καὶ σὲ καλῶ νὰ ἐπιστρέψεις.

Αὐτὸ τὸ βλέμμα ἦταν μιὰ δυνατὴ πρόσκληση μετανοίας στὸν Πέτρο. Αὐτὸ τὸ βλέμμα ἔμεινε χαραγμένο γιὰ πάντα στὴν καρδιὰ τοῦ μαθητῆ. Κι ἐκεῖνος τὸ δέχθηκε. Ἀμέσως συναισθάνθηκε τὸ ἁμάρτημά του, συναισθάνθηκε τὸ βάθος στὸ ὁποῖο τὸν ἔριξε ἡ αὐτοπεποίθησή του «καὶ ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσε πικρῶς» (Ματθ. κς΄ 75). Μετανόησε, ἔχυσε πικρά, καυτὰ δάκρυα συντριβῆς, ὁλοκληρωτικῆς μετανοίας.

Ἴσως κάποιες φορὲς βρισκόμαστε καὶ μεῖς στὴ θέση αὐτὴ τοῦ Πέτρου. Βρισκόμαστε:
Ὅταν παραβαίνουμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς ὑποσχέσεις ποὺ δώσαμε.
Ὅταν γεμίζουμε μὲ ἀπροσεξίες τὴ ζωή μας μ’ αὐτὰ ποὺ λέμε, ποὺ ἀκοῦμε, ποὺ βλέπουμε, ποὺ κάνουμε.
Ὅταν ἀμφιβολίες, ὀλιγοπιστίες καὶ διλήμματα γεμίζουν τὸ ἐσωτερικό μας μπροστὰ στὶς δοκιμασίες, στὶς θλίψεις καὶ στὰ προβλήματα τῆς ζωῆς.

Τότε τὸ βλέμμα τοῦ Κυρίου στρέφεται καὶ σὲ μᾶς. Εἴτε μέσα ἀπὸ τὴν εἰκόνα του, εἴτε ἀπὸ τὸν αἰώνιο λόγο του, εἴτε ἀπὸ τὴ συμβουλὴ τοῦ Πνευματικοῦ μας, εἴτε ἀπὸ τὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεώς μας. Αἰσθανόμαστε τὸ βλέμμα του μὲ τὴν ἴδια ἀγάπη καὶ στοργὴ νὰ μᾶς καλεῖ ξανὰ κοντά του, νὰ μᾶς δυναμώνει καὶ νὰ μᾶς στηρίζει γιὰ νὰ βροῦ με πάλι τὸ σωστὸ δρόμο, τὴν ὀρθὴ πορεία μας κοντά του, παιδιὰ δικά του ἀγαπημένα, ξανὰ μαθητές του.

Ἀρκεῖ νὰ τὸ βλέπουμε, νὰ Τὸν πιστεύουμε καὶ νὰ μετανοοῦμε. 

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...