Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Η εύλαλη σιωπή


Το να σιωπά κανείς δεν σημαίνει οπωσδήποτε ότι είναι αδιάφορος, αδρανής, νωχελής κι απρόσεκτος. Η εσκεμμένη σιωπή, η προσεγμένη ολιγολογία και η απόρριψη της φλυαρίας και του κουτσομπολιού αποτελεί προτίμηση σιγής κι αποφυγή της κουραστικής πολυλογίας, από την οποία συνήθως προέρχονται διάφορα προβλήματα, όπως φιλονικίες, ψυχρότητες και θόρυβοι. Οι σιωπηλοί άνθρωποι μιλούν με τη σοβαρή σιωπή τους. Δεν μιλούν όχι γιατί δεν γνωρίζουν να μιλήσουν, όχι από ακαταδεκτικότητα και κρυφή οίηση ότι δεν συμμετέχουν σε υψηλού επιπέδου συζητήσεις, αλλά από την ταπεινή αίσθηση ότι δεν έχουν κάτι σημαντικό να πουν. Όταν μάλιστα μιλούν, καταθέτουν λόγο μεστό περιεχομένου.

Οι σιωπηλοί άνθρωποι δεν είναι συνηθισμένοι, αρεστοί και προτιμητέοι. Η κοινωνία σήμερα αναζητά τολμηρούς συζητητές. Μερικοί μάλιστα θεωρούν τους σιωπώντες νοσηρούς, μειονεκτικούς, δειλούς, φοβισμένους και προβληματικούς. Θα μπορούσε βεβαία ορισμένοι να είναι έτσι, όπως και αρκετοί φλύαροι. Οι γνήσια πάντως σιωπηλοί άνθρωποι «ζουν το άρωμα μιας άλλης ζωής, που δεν μπορούν να εννοήσουν οι άλλοι που αγάπησαν τις έκδηλες μορφές συμπεριφοράς. Η σιωπή γεμίζει την ψυχή τους χαρά και τους ανοίγει ορίζοντες μιας έντονης πνευματικής δράσης, την οποία δύσκολα μπορεί να κατανοήσει και να αξιολογήσει το ανθρώπινο περιβάλλον τους».

Από τα παραπάνω διαφαίνεται μια σιωπή με δύο μορφές. Η μια ως αδυναμία και η άλλη ως αρετή.

Μπορούμε να έχουμε σιωπή από φόβο ή δειλία, που προέρχεται από νοσηρές ψυχικές καταστάσεις. Μια νοσηρή σιωπή είναι σκοτεινή, άχαρη, δόλια, κουραστική και φθοροποιός. Ταλαιπωρεί τον ίδιο τον άνθρωπο, που δεν είναι ισορροπημένος, ξεκάθαρος, τίμιος, ειλικρινής, εκφραστικός και ντόμπρος. Μερικές φορές μπορεί να προσποιείται κανείς τον σιωπηλό και ταπεινό, ενώ μέσα του επικρατεί μεγάλη σύγχυση, ταραχή, θόρυβος, στενοχώρια και οίηση. Η προσποίηση αυτή είναι φοβερή κι αξιοκατάκριτη υποκρισία. Ένας φαινομενικά σιωπηλός απατά. Διατηρεί σιωπή από κακή διάθεση για τον πλησίον. Ή υπάρχει από έλλειψη θάρρους ή βαθύ εσωτερικό κενό. Ο ταπεινά σιωπηλός δεν είναι ακοινώνητος, φυγόκοσμος κι αφιλάδελφος. Ούτε κλείνεται στο καβούκι του ναρκισσευόμενος, μονολογώντας με τον σοφό εαυτό του κι απαξιώνοντας τον αδελφό του.

Υπάρχει λοιπόν καλή και κακή σιωπή, όπως κακός και καλός λόγος. Η εσωτερική ποιότητα του ανθρώπου χρωματίζει κι αρωματίζει και τη σιωπή και τον λόγο του. Το ευαγγέλιο δεν μας θέλει πάντοτε σιωπώντες. Μας καλεί συχνά σε κήρυγμα, ιεραποστολή, ομολογία, νουθεσία και συμβουλή. Ο Χριστός είπε στον Απ. Παύλο: «Μη φοβού, αλλά λάλει και μη σιωπήσης διότι εγώ ειμι μετά σου». Άφοβα του λέει, να κηρύττεις το ευαγγέλιο και να μη σιωπάς, γιατί είμαι μαζί σου. Τον λόγο του ενδυναμώνει η συνεχής παρουσία του Κυρίου. […]

Ο Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ λέει: «Απόκτησε την εσωτερική σου γαλήνη και χιλιάδες άνθρωποι θα σωθούν γύρω σου, χωρίς εσύ να το ξέρεις». Δεν χρειάζεται συνέχεια να μιλάμε. Ο κόσμος κουράστηκε από τα πολλά, τα παχιά, τα αδιαφανή, τα υποκριτικά, τα ξύλινα λόγια. Οι άλλοι δεν βρίσκονται πάντοτε πλάι μας για να μας ακούνε, αλλά και για να τους ακούμε. Λέει ένας σοφός: «ο Θεός μας έδωσε δύο αυτιά και ένα στόμα – περισσότερο ν’ ακούμε και λιγότερο να μιλάμε». Εμείς κυκλοφορούμε σαν να έχουμε δέκα στόματα και κανένα αυτί. Μιλά ο άλλος και δεν τον ακούμε και σκεφτόμαστε τι θα πούμε εμείς.

Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Η εύλαλη σιωπή, εκδ. Εν πλω, σ. 13-21

Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

Συνομιλία με τον Αδαμιαίο Θρήνο


(Αν δεν προσέγγισε η ψυχή σου
τον θρήνο του Αδάμ
είναι που χαμένη ακόμη γυρνά
και στο Φως δεν βγαίνει.)

«Διψά η ψυχή μου τον Κύριο και με δάκρυα Τον αναζητώ. Πώς να μην Τον ζητώ; Όταν ήμουν μαζί Του, ευφραινόταν ειρηνικά η ψυχή μου και οι εχθροί δεν με πλησίαζαν. Τώρα, όμως, το πονηρό πνεύμα απέκτησε εξουσία επάνω μου και συγκλονίζει και τυραννεί την ψυχή μου.»

Εξουσία απέκτησε επάνω μου
και δεμένος πισθάγκωνα στη γωνιά
λούζομαι στιγμή ηδονής χωρίς χαρά
βουτώ σε βυθούς οδύνης χωρίς δάκρυ,
χωρίς μετάνοιας δάκρυ,
περπατώ στην κόλαση.

«Λειώνει η ψυχή μου για τον Κύριο μέχρι θανάτου. Το πνεύμα μου ορμά προς τον Θεό και τίποτε το γήνινο δεν με παρηγορεί. Η ψυχή μου δεν βρίσκει πουθενά παρηγοριά, αλλά ποθεί με δίψα να Τον βλέπει πάλι και να Τον απολαμβάνει αχόρταγα.»

Λειών’ η ψυχή μου χωρίς Εσένα
παγών’ η καρδιά μου μακριά Σου
βουλιάζ’ η ζωή μου στη λάσπη
βουλιάζ’ η ζωή μου στη γη.

«Δεν μπορώ να Τον λησμονήσω ούτε στιγμή, και από τον πολύ μου πόνο στενάζω και οδύρομαι: “Ελέησόν με, ο Θεός, το παραπεσόν Σου πλάσμα.”»

Παραπεταμένος στη σκοτεινή γωνιά
μακριά από τη θέα τ’ ουρανού
μισή καρδιά χωμένη στο χώμα και στα έντερά του
μισή καρδιά καρφωμένη στη χαραμάδα του τοίχου.
Μόνη ελπίδα και μόνιμη
να ελεηθώ κι ας δεν τ’ αξίζω!

«Δεν με τέρπει η σιγή της ερήμου.
Δεν με έλκουν των ορέων τα ύψη.
Δεν με αναπαύει το κάλλος των δασών και των λιβαδιών.
Δεν καταπραΰνει τον πόνο μου το κελάδημα των πουλιών.
Τίποτε, τίποτε δεν μου δίνει τώρα χαρά.
Η ψυχή μου ράγισε από την πολλή θλίψη.
Πρόσβαλα τον αγαπημένο Θεό μου.
Και αν με δεχόταν πάλι στον παράδεισο ο Κύριος,
και εκεί με πόνο θα θρηνούσα:
“Γιατί πίκρανα τόσο τον αγαπημένο μου Θεό;”»

Γιατί τον πίκρανα;
Γιατί τον πίκρανα, παραμιλώ στον ξύπνιο;
Γιατί, παραμιλώ στον ύπνο;
Γιατί να τον πικραίνω ακόμη
σε δρόμο χωρίς γυρισμό;
Γιατί, πονώ αλήθεια, γιατί;
Γιατί τον άλλο δρόμο δεν παίρνω;
Γιατί αληθινά δεν μετανοώ;
Σε ζητώ ετούτη τη στιγμή
μέσα στα γιατί μου... ΕΛΑ!

«Πού είσαι Κύριε;
Πού κρύφθηκε το κάλλος του Προσώπου Σου;
Η ψυχή μου πολύ καιρό τώρα δεν βλέπει το Φως Σου και πονεμένη Σε ζητά με δάκρυα.
Πού κρύφθηκε ο Κύριός μου;
Γιατί δεν Τον βλέπω στην ψυχή μου; Τι τον εμποδίζει να κατοικεί μέσα μου; Δεν υπάρχει λοιπόν μέσα μου η ταπείνωση του Χριστού και η αγάπη για τους εχθρούς.»

Δεν υπάρχει... Όντως, δεν υπάρχει.
Και πώς αποκτούνται δεν ξέρω.
Ή κι αν ξέρω δεν το παλεύω.
Μαγικές συνταγές δεν υπάρχουν.
Υπομονή κι επιμονή,
όσες φορές κι αν πέσεις
άλλες τόσες να σηκωθείς,
ίσως αυτή είναι η μόνη συνταγή...

«Σας αγαπά ο Κύριος, και εσείς να ζείτε με αγάπη· να υπακούετε στους προϊσταμένους σας, να ταπεινώνετε τις καρδιές σας, και τότε Πνεύμα Θεού θα κατοικήσει μέσα σας. Αυτό έρχεται ήρεμα και δίνει ειρήνη στην ψυχή και μαρτυρεί για τη σωτηρία της χωρίς λόγια.

Ψάλλετε στον Θεό με αγάπη και πνευματική ταπείνωση, γιατί ο Κύριος χαίρεται με αυτό.

Μετανοείτε και προσεύχεσθε.»

Κι εσύ ο αφελής θες το πρώτο
δίχως το δεύτερο...

«...Υπομένετε τους πόνους της μετάνοιας· αγαπάτε τις θλίψεις, αποξηραίνετε τα σώματά σας με άσκηση και εγκράτεια, ταπεινώστε τον εαυτό σας και αγαπάτε τους εχθρούς, για να κατοικήσει μέσα σας το Άγιο Πνεύμα.

Τότε θα γνωρίσετε και θα βρείτε τη Βασιλεία των Ουρανών.»

Κρατώ την ψυχή μου στον Άδη.
Στρέφω τα μάτια μου στον Ουρανό.
Κρατώ εκείνο το «τότε»
ελπίδα αδιαίρετη στην ψυχή μου.

«Παράδεισέ μου, παράδεισε, θαυμαστέ μου παράδεισε.»


Αποσπάσματα:
Αρχιμ. Σωφρόνιος (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, εκδ. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ, Αγγλία, σ. 534-41.

Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010

Η κατάκτηση του κόσμου


Ο Μέγας Βασίλειος λέει: με ταραγμένη την καρδιά δεν μπορεί κανείς να πλησιάσει και να γνωρίσει την αλήθεια. Γι’ αυτό πρέπει να αποφεύγουμε καθετί που αναστατώνει την καρδιά μας, καθετί που της προκαλεί ένταση ή της δημιουργεί πάθη ή ξυπνά την ανησυχία. Πρέπει να κρατιόμαστε όσο μπορούμε πιο μακριά από κάθε βιασύνη και να μην τριγυρνάμε μέσα στους θορύβους και τα μάταια πράγματα αυτού του κόσμου. Εφόσον υπηρετούμε τον Κύριο πρέπει να «μη μεριμνώμεν και τυρβάζωμεν περί πολλά», αλλά να έχουμε στο νου μας ότι «ενός έστι χρεία». (Λουκ. ι’ 41)

Όταν θέλει κανείς να λουστεί, πρέπει πρώτα να ξεντυθεί. Το ίδιο συμβαίνει και με την καρδιά. Πρέπει να ελευθερωθεί από το εξωτερικό ρούχο του κόσμου, που την τυλίγει ολόκληρη, για να μπορεί να την πλύνει ο Καθαίρων τις καρδιές. Οι τόσο ωφέλιμες για την υγεία του ανθρώπου ακτίνες του ήλιου δεν μπορούν να ωφελήσουν το δέρμα, αν δεν το ξεσκεπάσουμε και δεν σταθούμε γυμνοί, εκτεθειμένοι στην επίδρασή τους. Το ίδιο γίνεται με τη θεραπευτική και ζωοποιό δύναμη του Πνεύματος. […]

Τι είναι όμως ο κόσμος ; Δεν πρέπει να τον φανταστείς σαν κάτι το ορατό και απτό. Ο κόσμος, λέει ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, είναι ένα πύρινο περιτύλιγμα που φυλακίζει την καρδιά και την αποχωρίζει από το δέντρο της ζωής. Κόσμος είναι καθετί που ευχαριστεί και ικανοποιεί τις αισθήσεις μας. Είναι αυτό μέσα μας που «ουκ έγνω τον Θεόν». (Ιωάν. ιζ΄ 25)
[…]

Θέλεις να απελευθερωθείς; Εξέτασε τον εαυτό σου λεπτομερώς και διευκρίνισε μέσα σου τι πρέπει να κατανικήσεις για αν πλησιάσεις τον Θεό. Γιατί «η φιλία του κόσμου έχθρα του Θεού εστίν· ος δ’ αν βουληθή φίλος είναι του κόσμου, εχθρός του Θεού καθίσταται» (Ιακ. δ’ 4). Τις απλωμένες εκτάσεις τις χαίρονται μόνον εκείνοι που αφήνουν τα στενά λαγκάδια και τις κλειστές κοιλάδες. «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. στ’ 24). Δεν μπορεί κανείς να βρίσκεται συγχρόνως στα βάθη της κοιλάδας και στη βουνοκορφή που υψώνεται στα γαλάζια πλάτη του ουρανού.
Για να γίνει εύκολη η πορεία σου προς τα άνω και για να πετάξεις πιο εύκολα από πάνω σου τα πάθη σου που σε βαραίνουν, μπορείς να ρωτάς συχνά τον εαυτό σου: «εγώ είμαι εκείνος που πηγαίνει σε ένα θέαμα ή κάποιος άλλος που με κυβερνάει και με διευθύνει όπως θέλει; Ποιες συνήθειες με κρατούν αιχμάλωτό τους και δεν μπορώ να τις υπερνικήσω; «Υποπιάζω μου το σώμα και δουλαγωγώ» κάθε στιγμή που περνάει; Τέτοιες ερωτήσεις μπορεί κανείς να κάνει πάρα πολλές γύρω από τις συνήθειες της καθημερινής του ζωής και τη συμπεριφορά του με βάση τον τύπο και τον κανόνα ζωής που μας δίνει το Ιερό Ευαγγέλιο. Πάνω σ’ αυτά τα ζητήματα πρέπει να θυμάσαι ότι «ο πιστός εν ελαχίστω και εν πολλώ πιστός έστι» (Λουκ. ιστ’ 10) και μη σκέφτεσαι τον πόνο που τυχόν μπορεί ένας αγώνας να σου προκαλέσει. Σε βοηθάει να βγεις από τα στενά λαγκάδια της αμαρτίας στα οποία ζούσες, «εν ταις επιθυμίαις της σαρκός και της διανοίας σου» της γήινης και αντίθετης με το θέλημα του Θεού.

Έχεις χρέος να θέτεις στον εαυτό σου παρόμοια ερωτήματα «ευκαίρως – ακαίρως». Μόνο στον εαυτό σου όμως. Ποτέ και σε καμιά περίπτωση, ούτε σα σκέψη για έναν άλλο. Κρίνοντας και καταδικάζοντας τον άλλον χωρίς να ‘σαι γι’ αυτό αρμόδιος ούτε εντεταλμένος, απομακρύνεις από τον εαυτό σου ότι κέρδισες με τον αγώνα σου. Νομίζεις πως έκανες ένα βήμα προς τα εμπρός, αλλά στην πραγματικότητα υποχώρησες δέκα βήματα πίσω. Κλάψε λοιπόν και μετανόησε για τη σκληρότητα, για την υπερηφάνεια σου και για το ότι παραμένεις τόσο πολύ αδιόρθωτος.

Τίτο Κολλιάντερ, Ο δρόμος των ασκητών, εκδ. Ακρίτας, σ. 55-58

Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν!



Δεν λέει ότι ο Θεός έχει αγάπη· αλλά ότι ο Θεός είναι αγάπη. Άλλο ορισμό για τον Θεό δεν έχουμε πουθενά στην Καινή Διαθήκη. Μόνον αυτόν.

Ο Θεός είναι αγάπη!

Μια αλήθεια τόσο γνωστή –θα πεις− μα και τόσο άγνωστη στον πολύ κόσμο. Άγνωστη, γιατί αυτό είναι κάτι που δεν κατανοείται εγκεφαλικά. Αυτό το κατανοείς μόνον όταν το νιώσεις μέσα σου. Και για το νιώσεις μέσα σου, για να αισθανθείς δηλαδή την παρουσία του Χριστού στο εσωτερικό σου, χρειάζεται, μας λέει ο πρώτος θεολόγος και ευαγγελιστής Ιωάννης, να μπεις στη συχνότητα της αγάπης· να αγαπήσεις δηλαδή τον διπλανό σου, τον συνάνθρωπό σου, όπως αγάπησε ο Θεός τον κόσμο: αγνά, ανιδιοτελώς, θυσιαστικά. Όταν θυσιάσεις κάτι από τον εαυτό σου για την αγάπη του αδελφού, όπως ο Χριστός θυσίασε τη ζωή Του για τη δική μας αγάπη, τότε ο ίδιος ο Κύριος έρχεται μέσα σου να κατοικήσει και δίνει μυστικά στην ψυχή σου την πληροφορία της αγάπης Του.

Τότε κάθε φόβος, φοβία, αναστολή, ερώτημα, αμφιβολία, δισταγμός φεύγει από μέσα σου. Και ζεις... τι, αλήθεια, ζεις;

Μια γεύση του Παραδείσου. Αυτό.

περιοδ. Προς τη Νίκη, εκδ. «Ο Σωτήρ», τεύχ. 727, Σεπτέμβριος 2010, σ. 303

------
Πρωτότυπο κείμενο (Α' Ιωάννου δ' 7-21):

7 Ἀγαπητοί, ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὅτι ἡ ἀγάπη ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι, καὶ πᾶς ὁ ἀγαπῶν ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται καὶ γινώσκει τὸν Θεόν. 
8 ὁ μὴ ἀγαπῶν οὐκ ἔγνω τὸν Θεόν, ὅτι ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν. 
9 ἐν τούτῳ ἐφανερώθη ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐν ἡμῖν, ὅτι τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἀπέσταλκεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν κόσμον ἵνα ζήσωμεν δι' αὐτοῦ. 
10 ἐν τούτῳ ἐστὶν ἡ ἀγάπη, οὐχ ὅτι ἡμεῖς ἠγαπήσαμεν τὸν Θεόν, ἀλλ' ὅτι αὐτὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς καὶ ἀπέστειλε τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἱλασμὸν περὶ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν. 
11 Ἀγαπητοί, εἰ οὕτως ὁ Θεὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς, καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν ἀλλήλους ἀγαπᾶν. 
12 Θεὸν οὐδεὶς πώποτε τεθέαται• ἐὰν ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν μένει καὶ ἡ ἀγάπη αὐτοῦ τετελειωμένη ἐστὶν ἐν ἡμῖν. 
13 ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι ἐν αὐτῷ μένομεν καὶ αὐτὸς ἐν ἡμῖν, ὅτι ἐκ τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ δέδωκεν ἡμῖν. 
14 Καὶ ἡμεῖς τεθεάμεθα καὶ μαρτυροῦμεν ὅτι ὁ πατὴρ ἀπέσταλκε τὸν υἱὸν σωτῆρα τοῦ κόσμου. 
15 ὃς ἂν ὁμολογήσῃ ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ μένει καὶ αὐτὸς ἐν τῷ Θεῷ. 
16 καὶ ἡμεῖς ἐγνώκαμεν καὶ πεπιστεύκαμεν τὴν ἀγάπην ἣν ἔχει ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν. Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί, καὶ ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καὶ ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ. 
17 Ἐν τούτῳ τετελείωται ἡ ἀγάπη μεθ' ἡμῶν, ἵνα παρρησίαν ἔχωμεν ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως, ὅτι καθὼς ἐκεῖνός ἐστι, καὶ ἡμεῖς ἐσμεν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ.
18 φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ' ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον, ὅτι ὁ φόβος κόλασιν ἔχει, ὁ δὲ φοβούμενος οὐ τετελείωται ἐν τῇ ἀγάπῃ. 
19 Ἡμεῖς ἀγαπῶμεν αὐτόν, ὅτι αὐτὸς πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς. 
20 ἐάν τις εἴπῃ ὅτι ἀγαπῶ τὸν Θεόν, καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ μισῇ, ψεύστης ἐστίν• ὁ γὰρ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν ὃν ἑώρακε, τὸν Θεὸν ὃν οὐχ ἑώρακε πῶς δύναται ἀγαπᾶν; 
21 καὶ ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔχομεν ἀπ' αὐτοῦ, ἵνα ὁ ἀγαπῶν τὸν Θεὸν ἀγαπᾷ καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ.


Όποιος αγαπάει βλέπει τον Θεό
Μεταφορά στη Νέα Ελληνική (εκδ. Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου)

7 Αγαπητοί μου, ας αγαπάμε ο ένας τον άλλο, γιατί η αγάπη προέρχεται από τον Θεό. Όποιος αγαπάει δείχνει ότι έχει αναγεννηθεί από τον Θεό και ότι γνωρίζει τον Θεό. 8 Όποιος δεν αγαπάει δεν γνώρισε τον Θεό, γιατί ο Θεός είναι αγάπη. 9 Έτσι αποδείχτηκε η αγάπη του Θεού για μας: Απέστειλε τον Υιό Του τον μονογενή στον κόσμο για να μας χαρίσει τη νέα ζωή, αν ενωθούμε μ’ Αυτόν. 10 Αυτό είναι το χαρακτηριστικό της αγάπης του Θεού: Όχι ότι εμείς Τον αγαπήσαμε, αλλά ότι Αυτός μας αγάπησε και έστειλε τον Υιό Του, που θυσιάστηκε για να μας ελευθερώσει από τις αμαρτίες μας. 11 Αν ο Θεός, αγαπητοί μου, έτσι μας αγάπησε, οφείλουμε κι εμείς ν’ αγαπάμε ο ένας τον άλλο. 12 Κανένας δεν αξιώθηκε ποτέ ως τώρα να δει τον Θεό· αγαπάμε ο ένας τον άλλο, είμαστε σε κοινωνία με τον Θεό, και η αγάπη Του μέσα μας έχει ολοκληρωθεί.
13 Μας έδωσε το Πνεύμα Του· έτσι είμαστε βέβαιοι πως είμαστε σε κοινωνία με τον Θεό και ο Θεός μ’ εμάς. 14 Εμείς οι ίδιοι με τα μάτια μας είδαμε και καταθέτουμε τη μαρτυρία μας, ότι ο Πατέρας έστειλε τον Υιό Του για να σώσει τον κόσμο. 15 Όποιος παραδέχεται πως ο άνθρωπος Ιησούς είναι ο απεσταλμένος Υιός του Θεού, ο Θεός κατοικεί μέσα σ’ αυτόν και αυτός ζει ενωμένος με τον Θεό. 16 Κι εμείς γνωρίζουμε πια την αγάπη που μας έχει ο Θεός κι εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας σ’ αυτήν.
Ο Θεός είναι αγάπη· κι όποιος ζει μέσα στην αγάπη ζει μέσα στον Θεό, κι ο Θεός μέσα σ’ αυτόν. 17 Έτσι καταλαβαίνουμε πως η αγάπη έχει ολοκληρωθεί μέσα μας: Όταν αντιμετωπίζουμε την ημέρα της κρίσεως με θάρρος. Γιατί κι εμείς ζούμε σ’ αυτόν τον κόσμο, όπως έζησε Εκείνος. 18 Όποιος αγαπάει δεν φοβάται. Η τέλεια αγάπη διώχνει τον φόβο. Γιατί ο φόβος σχετίζεται με την τιμωρία κι όποιος φοβάται την τιμωρία, δείχνει πως δεν έχει φτάσει στην τέλεια αγάπη. 19 Εμείς αγαπάμε τον Θεό, γιατί Εκείνος πρώτος μάς αγάπησε. 20 Αν κάποιος πει «αγαπώ τον Θεό», μισεί όμως τον αδερφό του, είναι ψεύτης. Γιατί, πραγματικά, αυτός που δεν αγαπάει τον αδερφό του, τον οποίο βλέπει, πώς μπορεί να αγαπάει τον Θεό, τον οποίο δεν βλέπει; 21 Αυτήν την εντολή μάς έδωσε ο Χριστός: Όποιος αγαπάει τον Θεό πρέπει ν’ αγαπάει και τον αδερφό του.

Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2010

Από τις γραφές του Αγ. Σιλουανού: Περί προσευχής και ταπείνωσης


Όποιος αγαπά τον Κύριο, πάντοτε Εκείνον σκέφτεται, και η μνήμη του Θεού γεννά την προσευχή. Αν δεν θυμάσαι τον Κύριο, τότε δεν θα προσεύχεσαι, και χωρίς την προσευχή η ψυχή δεν θα παραμένει στην αγάπη του Θεού, γιατί με την προσευχή έρχεται η χάρη του Αγίου Πνεύματος. Η προσευχή προφυλάσσει τον άνθρωπο από την αμαρτία, γιατί ο προσευχόμενος νους είναι απασχολημένος με τον Θεό και στέκεται με ταπεινωμένο πνεύμα ενώπιον του προσώπου του Κυρίου, τον Οποίο γνωρίζει η ψυχή του προσευχόμενου. Ο αρχάριος, όμως, χρειάζεται βέβαια χειραγωγό, επειδή η ψυχή, πριν έλθει η χάρη του Αγίου Πνεύματος, έχει μεγάλο πόλεμο εναντίον των εχθρών και δεν μπορεί να διακρίνει η ίδια αν η γλυκύτητα που δοκιμάζει προέρχεται από τον εχθρό. Αυτό μπορεί να το διακρίνει μόνο εκείνος που γεύθηκε ο ίδιος το Άγιο Πνεύμα και αυτός αναγνωρίζει από τη γεύση τη χάρη. Τον ταπεινό, όμως, τον προστατεύει ο Κύριος.

Η προσευχή δίνεται στον προσευχόμενο. Η προσευχή που γίνεται μόνο από συνήθεια, χωρίς καρδιά συντετριμμένη για τις αμαρτίες της, δεν είναι αρεστή στον Θεό.

«Ω άνθρωπε, μάθε την κατά Χριστόν ταπείνωση και θα σου χαρίσει ο Κύριος να γευθείς τη γλυκύτητα της προσευχής. Και αν θέλεις να προσεύχεσαι καθαρά, τότε γίνε ταπεινός, εγκρατής, να εξομολογείσαι ειλικρινά και θα σε αγαπήσει η προσευχή. Γίνε υπάκουος, υποτάξου ευσυνείδητα στις αρχές και να είσαι ευχαριστημένος για όλα, και τότε ο νους σου θα καθαριστεί από μάταιους λογισμούς. Να θυμάσαι ότι σε βλέπει ο Κύριος και να φοβάσαι μήπως λυπήσεις με κάτι τον αδελφό -μην τον κατακρίνεις και μην τον στενοχωρήσεις ούτε μ’ ένα βλέμμα- και το Άγιο Πνεύμα θα σε αγαπήσει και Αυτό θα σε βοηθήσει σε όλα.»

Η ψυχή που έχασε την ταπείνωση, στερείται συγχρόνως και τη χάρη και την αγάπη για τον Θεό, και τότε σβήνει η πύρινη προσευχή. Όταν, όμως, η ψυχή αποκτήσει την ταπείνωση και απαλλαγεί από τα πάθη, τότε ο Κύριος θα της δώσει τη χάρη Του και η ψυχή θα προσεύχεται με θερμά δάκρυα για τους εχθρούς της, όπως και για τον εαυτό της, αλλά και για όλον τον κόσμο.

Τον πρώτο καιρό μετά τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος σκέφθηκα: Ο Κύριος μου συγχώρησε τις αμαρτίες μου, το μαρτυρεί μέσα μου η χάρη. Τι μου χρειάζεται, λοιπόν, περισσότερο; Δεν πρέπει, όμως, να σκεφτόμαστε έτσι. Παρότι μας συγχωρούνται οι αμαρτίες, εν τούτοις πρέπει να τις θυμόμαστε σε όλη τη ζωή μας και να θλιβόμαστε γι’ αυτές, για να διατηρούμε τη συντριβή της καρδιάς. Εγώ δεν το γνώριζα αυτό και έπαυσα να έχω συντριβή και υπέφερα πολλά από τους δαίμονες. Και απορούσα, τι συμβαίνει με μένα. Η ψυχή μου γνωρίζει τον Κύριο και την αγάπη Του· τότε πώς μου έρχονται κακοί λογισμοί; Αλλά ο Κύριος με σπλαγχνίστηκε και με δίδαξε ο Ίδιος πώς πρέπει να ταπεινώνομαι: «Κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι». Με τον τρόπο αυτό νικούνται οι εχθροί. Όταν, όμως, ο νους μου λησμονεί το πυρ του Άδη, τότε οι λογισμοί αποκτούν και πάλι δύναμη.

Όποιος έχασε τη χάρη, όπως εγώ, αυτός ας πολεμά με γενναιότητα τους δαίμονες. Γνώριζε πώς εσύ ο ίδιος είσαι ο ένοχος: έπεσες στην υπερηφάνεια και τη ματαιοδοξία. Όμως, ο πολυέλεος Κύριος σε αφήνει να μάθεις τι σημαίνει να ζεις με το Άγιο Πνεύμα και τι σημαίνει να βρίσκεσαι σε πόλεμο με τους δαίμονες. Έτσι, η ψυχή βλέπει εκ πείρας πόσο ολέθρια είναι η υπερηφάνεια και αποφεύγει τη ματαιοδοξία και τους ανθρώπινους επαίνους και διώχνει τους υπερήφανους λογισμούς. Τότε η ψυχή αρχίζει να γίνεται καλά και μαθαίνει να διατηρεί τη χάρη. Πώς θα καταλάβεις αν η ψυχή είναι υγιής ή άρρωστη; Η άρρωστη ψυχή είναι υπεροπτική, ενώ η υγιής ψυχή αγαπά την ταπείνωση, όπως τη δίδαξε το Άγιο Πνεύμα, και όσο δεν γνωρίζει ακόμη αυτή τη Θεία ταπείνωση πρέπει να θεωρεί τον εαυτό της χειρότερο απ’ όλους.

Είναι μεγάλο αγαθό να μάθει κάποιος την κατά Χριστόν ταπείνωση. Με αυτή γίνεται εύκολη και ευχάριστη η ζωή και όλα γίνονται αγαπητά στην καρδιά. Μόνο στους ταπεινούς εμφανίζεται ο Κύριος εν Πνεύματι Αγίω και αν δεν ταπεινωθούμε, δεν θα δούμε τον Θεό. Η ταπείνωση είναι το φως, μέσα στο οποίο μπορούμε να δούμε τον Θεό-Φως, όπως ψάλλεται: «Εν τω φωτί Σου οψόμεθα φως».

Ο Κύριος με δίδαξε να κρατώ το νου μου στον Άδη, και να μην απελπίζομαι. Με τον τρόπο αυτόν ταπεινώνεται η ψυχή μου, αλλά αυτό δεν είναι ακόμη η αληθινή κατά Χριστόν ταπείνωση, που είναι απερίγραπτη.

Αρχιμ. Σωφρόνιος (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, εκδ. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ, Αγγλία

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

Άγιος Σιλουανός: Ο παγκόσμιος άγιος της Αγάπης




Παράτολμο να αγγίξει κανείς τα βιώματα του μεγάλου Οσίου του Χριστού, του Οσίου της θείας Αγάπης, του «Παγκόσμιου» Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου. Ο βιογράφος του Αγίου Σιλουανού, μακαριστός γέρων Σωφρόνιος, έλεγε ότι το εγχείρημα δεν είναι εύκολο για άνθρωπο που δεν έχει ούτε το χάρισμα, ούτε την πείρα του γράφειν. Όμως με τη βοήθεια του Θεού και τις πρεσβείες του Αγίου Σιλουανού θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε τον βίο και την πολιτεία του.

Ο πατήρ Σιλουανός, κατά κόσμον Συμεών Ιβάνοβιτς Αντονώφ, χωρικός από την επαρχία Λεμπεντιάσκ, γεννήθηκε το 1866 και προσήλθε στον Άθωνα το 1892. Έλαβε τον μανδύα το 1896 και έγινε μεγαλόσχημος το 1911.

Γεγονότα που στάθηκαν σταθμοί στη ζωή του κατά κόσμον Συμεών ήταν η επιρροή που είχε από το άγιο παράδειγμα του πατέρα του. Όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Όσιος «Ποτέ δεν θύμωνε, ήταν πάντοτε μετρημένος και ήσυχος με μεγάλη υπομονή, διάκριση και πραότητα. Να, ένα τέτοιο γέροντα ήθελα να έχω!». Ο Συμεών νέος και δυνατός όντας, εργαζόταν σ’ ένα κτήμα ενός πρίγκηπα, όταν ο Θεός οικονόμησε να πάει για προσκύνημα στον τάφο του Αγίου Ιωάννου Σεζένωφ του έγκλειστου. Τότε εκεί η ψυχή του δέχτηκε τη χάρη του Θεού και γεύτηκε την θεία αγάπη. Από τότε προσευχόταν θερμά και με πολλά δάκρυα και του γεννήθηκε για πρώτη φορά ο πόθος για μοναχικό βίο. Όμως για τρεις μήνες, -τόσο διήρκεσε η χάρις στον νεαρό τότε Συμεών- επανήλθε στις διασκεδάσεις με τους φίλους του και έχασε τελείως την Θεία Χάρη και την προσευχή του. Σιγά-σιγά έπεσε στα δίκτυα του κόσμου τούτου και έφτασε να πίνει και βότκα σε σημείο μέθης μαζί με την παρέα του, ώσπου μια μέρα κτύπησε έναν νεαρό μέθυσο, σχεδόν μέχρι θανάτου. Όμως η Θεομήτωρ επενέβηκε με θαυμαστό τρόπο σώζοντάς τον από το βούρκο που ζούσε και φέρνοντας τον σε πραγματική μετάνοια και αλλαγή τρόπου ζωής. Στον ύπνο του είδε να καταπίνει ένα μεγάλο φίδι και ταράχτηκε τόσο από την αηδία που ένιωσε, που πετάχτηκε πάνω τρομαγμένος. Τότε άκουσε τη φωνή της Θεοτόκου να του λέει: «Όπως δεν σου άρεσε που κατάπιες το φίδι, έτσι δεν μου αρέσουν κι εμένα τα έργα σου». Η γλυκιά και γεμάτη πόνο φωνή της Παναγίας μας τον συγκλόνισε και ήταν η αφορμή ν’ αλλάξει αμέσως τρόπο ζωής και να ξαναγεννηθεί στην ψυχή του ο πόθος για τον μοναχισμό που κράτησε και σε όλη τη στρατιωτική του θητεία. Κατά το τέλος της στρατιωτικής του θητείας επισκέφτηκε τον Άγιο Ιωάννη της Κροστάνδης και εκεί αφήνοντας ένα ολιγόλογο γράμμα στον άγιο, ο Συμεών έλεγε: «Άγιε πάτερ θέλω να γίνω μοναχός. Προσευχηθείτε να μην με κρατήσει ο κόσμος». Έφυγε αλλά από εκείνη τη στιγμή άρχισαν να βουΐζουν γύρω του οι φλόγες του Άδη και αυτό το αισθανόταν από τότε σ’ όλη τη μετέπειτα μοναχική του ζωή. Μετά από λίγο μετάβηκε στον Άθωνα, όπου εκεί άρχισε ο μεγάλος αγώνας του. Αλλεπάλληλες μεταπτώσεις από τη Χάρη στην πλήρη εγκατάλειψη του Θεού, μαρτύριο ανείπωτο για όσους το βίωσαν. Χαρακτηριστικά έλεγε ο Άγιος ότι «αυτός που δέχτηκε την αγάπη του Θεού στην ψυχή του δεν αντέχει την εγκατάλειψη της Χάριτος και πονεί άχρι θανάτου».

Έτσι λοιπόν ο Άγιος Σιλουανός μέχρι να γίνει δοχείο της Χάριτος του Χριστού και να πληρωθεί Πνεύματος Αγίου πέρασε δια πυρός και σιδήρου: θλίψεις, απόγνωση, βίωσε το σκοτάδι της κολάσεως, βρέθηκε στα έγκατα του Άδη! Όταν έφτασε στα όρια της θλίψεως και το εξέφρασε με το να πει στον Θεό ότι είναι αδυσώπητος, τότε γεύτηκε και τη χάρη ως «πυρ καταναλίσκον» στην καρδιά του από τη στιγμή που είδε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και του είπε τον κορυφαίο λόγο «Κράτα τον νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι». Από τότε έκαιγε μέσα του ο άσβεστος πόθος, ο θείος έρωτας γι’ Αυτόν.

Η ευχή του Ιησού έκαιγε αδιαλείπτως στην ψυχή του, αφού του δόθηκε για τον ανδρείο αγώνα του από την ίδια τη Θεοτόκο! Πλέον τα δάκρυα έτρεχαν ασταμάτητα για όλο τον κόσμο και η καρδιά του πονούσε για όλη την κτίση, που ζούσε μακριά από τον Ποιητή και δημιουργό της. Η προσευχή του με πόνο βαθύ έβγαινε προς τον Θεό και έλεγε: «Δέομαι ουν σου Κύριε, ίνα γνωρίσωσίν Σε εν πνεύματι Αγίω πάντες οι λαοί της γης». Γι’ αυτό άλλωστε αγαπήθηκε πολύ ο Άγιος Σιλουανός από όλα σχεδόν τα έθνη και έγινε Παγκόσμιος Άγιος στις ψυχές όλων. Λίγες γραμμές δεν μπορούν να περιγράψουν τις αρετές ενός γίγαντα Αγίου, όπως την ανεξικακία του, την αγάπη του και ιδιαίτερα την αγάπη του προς τους εχθρούς, την αδιάλειπτη νοερά προσευχή του για όλα τα έθνη, τη χριστομίμητο ταπείνωσή του και την πλήρη υπακοή του σε κάθε αδερφό, όχι μόνο στον πνευματικό. Αρετές που ο Άγιος ήξερε να τις κρύβει πολύ καλά.

περιοδικό Καθ’ οδόν, τεύχ. 23, έκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού

Τα «κατορθώματα» των δαιμόνων



Με τα φωτισμένα μάτια της ψυχής του ο άγιος έβλεπε πώς πήγαιναν οι δαίμονες να πειράξουν τους ανθρώπους. Τους πλησίαζαν και τους ψιθύριζαν κάθε λογής πονηρίες, παρακινώντας τους σε διάφορα αμαρτήματα. Κι εκείνοι, ζαλισμένοι από τις έγνοιες και τις σκοτούρες της ζωής, δεν υποψιάζονταν ότι αυτό που συλλογιζόταν ο νους τους ήταν από δαιμονική ενέργεια. Έτσι, δέχονταν και μελετούσαν τους λογισμούς σαν δικούς τους. Και αφού τους καλλιεργούσαν αρκετά μέσα στο μυαλό τους, έπεφταν στα αντίστοιχα αμαρτήματα − άλλοι σε οργή, άλλοι σε κατάκριση, άλλοι σε μνησικακαία, άλλοι σε διαμάχη και άλλοι σε άλλα.

Βλέποντάς τα όλ’ αυτά ο δούλος του Θεού, έλεγε με θλίψη:
− Α, τους πανούργους! Γίνανε αφεντικά, οι άθλιοι, και δίνουν προσταγές στους ανθρώπους! Αυτοί πάλι, νομίζοντας πως όλες οι σκέψεις γεννιούνται από το δικό τους μυαλό, τις πραγματοποιούν αδιάκριτα στο άψε-σβήσε... Να γιατί δεν πρέπει ποτέ να κάνουμε κάτι, πριν καλοεξετάσουμε τους λογισμούς μας.

Διηγήθηκε μάλιστα κι ένα σχετικό περιστατικό:
− Είδα κάποτε δυο ανθρώπους να στέκονται ήσυχοι και να δουλεύουν. Ξαφνικά, πλησιάζει τον έναν κάποιος μαύρος, σκύβει στ’ αφτί του και αρχίζει να του ψιθυρίζει κάτι, ποιος ξέρει τι. Μετά από λίγη ώρα πάντως και καθώς ο μαύρος συνέχιζε τους ψιθύρους του, αφήνει ο άνθρωπος τη δουλειά του, τρέχει στον συντεχνίτη του και αρχίζει να τον λούζει με βρισιές. Τότε παρουσιάστηκε ένας άλλος μαύρος. Σίμωσε στ’ αφτί του δεύτερου κι έπιασε να τον ξεσηκώνει κι αυτόν, με τους δικούς του ψιθυρισμούς, σε αντεπίθεση και καβγά. Έτσι βρέθηκαν κι οι δυο να στέκονται αντιμέτωποι και ν’ αλληλοβρίζονται, έχοντας πίσω τους τους δαίμονες να συνδαυλίζουν τον θυμό τους! Πόσο αγανάκτησα!

Και συμπλήρωσε με φανερή δυσφορία:
− Α, τους απατεώνες, τους βρωμερούς! Κοίτα πώς σπέρνουν διχόνοιες ανάμεσα στους ανθρώπους! Μα κι αυτοί πάλι, τόσο ανόητοι είναι; Να κάνουν αναντίρρητα και απερίσκεπτα ό,τι τους συμβουλεύουν οι δαίμονες!

Ένας ασκητής επίσκοπος: Όσιος Νήφων επίσκοπος Κωνσταντιανής, έκδ. Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, σ. 88-89.

Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

Ο πιστός μπροστά στους κινδύνους



Την ανθρώπινη ψυχολογική εναλλαγή θάρρους και φόβου, εμπιστοσύνης και αμφιταλάντευσης παρουσιάζει μεταξύ άλλων το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα (ενν. της 25ης Ιουλίου 2010, Κυριακής Θ' Ματθαίου) μέσα από το θαύμα του Χριστού που περπατά πάνω στην τρικυμισμένη θάλασσα. Το περιστατικό αυτό μας βοηθά να κατανοήσουμε και τη δική μας προσωπική σχέση με τον Χριστό μέσα από τα καθημερινά βιώματα των ποικίλων περιπετειών, φόβων και κινδύνων της ζωής μας.

Η παρουσία του Χριστού στη ζωή μας
Ο Χριστός αναγκάζει τους μαθητές Του «ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν» (Ματθ. ιδ' 22). Αυτός, αφού διέλυσε τα πλήθη, ανέβηκε στο όρος, για να προσευχηθεί. Το πλοίο δοκιμάζεται από σφοδρή θαλασσοταραχή. Όσο ανέβαινε η αγωνία τους, τόσο περισσότερο οι μαθητές ήθελαν την παρουσία του Χριστού. Τελικά, ο Χριστός εμφανίζεται «περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης» και παύει τη θύελλα της θάλασσας και, ίσως το πιο σημαντικό, την ταραχή της ψυχής τους. Ένας θεοφώτιστος πατέρας της Εκκλησίας γράφει ότι «όταν βρίσκονταν οι μαθητές στα ανοικτά της θάλασσας, άφησε ο Ιησούς να ξεσπάσει φουρτούνα, ώστε να μην έχουν ελπίδα σωτηρίας από πουθενά. Και τους άφησε να ταλαιπωρούνται όλη τη νύχτα χωρίς να έρθει σε βοήθεια, ώστε να διεγείρει την καρδιά τους και να τη γεμίσει με μεγαλύτερη επιθυμία για τον ερχομό Του.


Έτσι νουθετεί και εμάς ο Κύριος να μη ζητούμε βιαστικά την απαλλαγή μας από τα δεινά, αλλά να τα υπομένουμε με γενναιότητα. Και όπως λέει το Ευαγγέλιο εκεί που νόμισαν οι μαθητές ότι γλίτωσαν πια, τότε μεγάλωσε πάλι ο φόβος τους, ταράχθηκαν και φώναξαν, καθώς Τον είδαν να περπατά πάνω στα κύματα. Ούτε διέλυσε το σκοτάδι, ούτε φανερώθηκε αμέσως. Έτσι γύμνασε ο Χριστός τους μαθητές Του, για να είναι καρτερικοί μέσα στα αλλεπάλληλα δεινά.»

Θάρρος και φόβος
Η ενθαρρυντική φράση του Χριστού «θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε» είναι μια υπόσχεση του Χριστού σε κάθε πιστό μέλος της Εκκλησίας Του. Πόσες τρικυμίες και πόσους αντίθετους ανέμους δεν συναντάμε στη διάρκεια της ζωής μας, αλλά και στην ιστορία της Εκκλησίας! Η αποθάρρυνση είναι υποτίμηση και περιφρόνηση του εαυτού μας. Είναι άρνηση και απόρριψη της προσφερόμενης δύναμης του Θεού «οὐ γὰρ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεὸς πνεῦμα δειλίας, ἀλλὰ δυνάμεως» (Β' Τιμ. α' 7). Όταν ατονεί η εμπιστοσύνη στην αλήθεια του Ευαγγελίου, η σχέση μας με τον Χριστό ψυχραίνεται επικίνδυνα και απειλείται να διαλυθεί. Τότε κινδυνεύουμε να καταποντισθούμε στη θάλασσα των συμβιβασμών, των υποχωρήσεων και της προδοσίας. Σκληρά κτυπήματα της ζωής, απρόβλεπτες και οδυνηρές καταστάσεις, μας βυθίζουν κυριολεκτικά στην αβεβαιότητα και την απόγνωση, ώστε να νιώθουμε ότι χανόμαστε «Κύριε, σῶσον ἡμᾶς, ἀπολλύμεθα» (Ματθ. η' 25). Σκοτισμένοι και αναστατωμένοι από τους πειρασμούς δεν μπορούμε να αποκρυπτογραφήσουμε τη ζωντανή παρουσία του Θεού και τη θαυμαστή επέμβασή Του, με τα ευεργετικά αποτελέσματά της, στη ζωή μας.

Όσο λιγότερο συνειδητοποιούμε την παρουσία του Κυρίου δίπλα μας και όσο αμφιβάλλουμε για τη δύναμή Του, τόσο περισσότερο είμαστε εκτεθειμένοι στους φόβους, στους κινδύνους και στις απειλές που διαπερνούν την ύπαρξή μας. Απορροφημένοι από τις εξωτερικές συνθήκες και δυσκολίες, ξοδεύουμε πολύ χρόνο, για να αναλύουμε και να ερμηνεύουμε τους «ανέμους» και τα «κύματα» της ζωής μας. Μέσα στη μοναξιά μας, χανόμαστε στην προσπάθειά μας να εξηγήσουμε το πώς και το γιατί.


Ο απόστολος Πέτρος στην κρίσιμη και οριακή στιγμή του κινδύνου αυθόρμητα φωνάζει «Κύριε, σῶσόν με». Αυτή η κραυγή συμπυκνώνει το βαθύ βίωμα της συντριβής και της εμπιστοσύνης. Ο Χριστός αναστέλλει τη χάρη Του και τον αφήνει να δοκιμασθεί, ώστε έτσι να καταλάβει την αδυναμία του και να εκφρασθεί η ελευθερία του. Και όμως, ο Χριστός ήταν κοντά στον Πέτρο και τους άλλους μαθητές. Έτσι είναι κοντά μας και μέσα μας και εμείς μέσα σ' Αυτόν· «ἐν αὐτῷ γὰρ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν». Είναι κοντά μας στις ευχάριστες και στις δύσκολες στιγμές της καθημερινότητάς μας. Απλώνει το χέρι Του, για να Του προσφέρουμε το δικό μας.

Αγαπητοί αδελφοί, αυτήν την πίστη και τη βεβαιότητα ότι ο Χριστός στέκεται διαρκώς πλάι μας και πολύ περισσότερο κοντά μας από όσο εμείς νομίζουμε δεν μπορεί να την κλονίσουν οι φοβίες μας και τα άγχη μας, δεν μπορούν να τη σκορπίσουν οι λύπες και, κάποτε, ακόμη και αυτές οι απελπισίες μας. Αμήν.

Αρχιμ. Ν. Κ.
πηγή: Φωνή Κυρίου, έκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 25/7/2010, φ. 30 (2982).

Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

Η αγάπη προς τον Θεό και τον άνθρωπο είναι αλληλένδετες!



Η προτροπή του Θεού να αγαπήσουμε ολοκληρωτικά τον Ίδιο, αλλά και τον πλησίον μας, όπως τον εαυτό μας, αποτελεί τη συμπύκνωση της χριστιανικής διδασκαλίας που αποτυπώνεται στο σημερινό (ενν. της 5ης Σεπτ. 2010, Κυριακής ΙΕ' Ματθαίου) ευαγγελικό ανάγνωσμα: «ἐν ταύταις ταῖς δυσὶν ἐντολαῖς ὅλος ὁ νόμος  καὶ οἱ προφῆται κρέμανται» (Ματθ. κβ' 40). Πρόκειται για το ολοκληρωτικό γέμισμα της καρδιάς με την αγάπη. Την αγάπη που με τη διπλή της κατεύθυνση προς τον Θεό και προς τον άνθρωπο αποτελεί τον πυρήνα της αποκάλυψης του Θεού, τόσο στην παλιά όσο και στη νέα διαθήκη, η οποία σφραγίζεται από τη θυσιαστική και σταυρωμένη αγάπη του Υιού Του.

Μονοπάτια για να αγαπήσουμε τον Θεό
Για να συναντήσουμε τον Θεό και να Τον γνωρίσουμε όπως είναι στην πραγματικότητα, πρέπει να ανοίξουμε την καρδιά μας, δηλαδή το κέντρο και το βαθύτερο είναι της ύπαρξής μας, για να μπορέσουμε να αποκτήσουμε μια ιδιαίτερη και οικεία σχέση μαζί Του. Χωρίς αυτόν τον σύνδεσμο, την κοινωνία και την οικειότητα, δεν μπορούμε να Τον πλησιάσουμε και να Τον προσεγγίσουμε. Θα παραμένει πάντοτε κάπου «εκεί ψηλά», απόμακρος στο υπερπέραν, και σε τόσο μεγάλη απόσταση από εμάς, ώστε να μην μπορούμε να Τον αγαπήσουμε. Θα πάραμένει μια δύναμη, μια ιδέα, ένα σύνθημα, μια θρησκευτική διδασκαλία και ηθική και όχι ένα Πρόσωπο το οποίο πρέπει να αγαπήσουμε, για να ενωθούμε μαζί Του και να σωθούμε. Χρειάζεται, λοιπόν, να μάθουμε να προσευχόμαστε αδιάλειπτα, ώστε να βιώνουμε καθημερινά τη σχέση μας με τον Θεό σαν μια ειλικρινή, στενή, εκ βαθέων συνομιλία μαζί Του. Ας μην ξεχνάμε ότι πολλοί Άγιοι μέσα στην προσευχή Τους ένιωσαν τη «φωτιά» της αγάπης του Θεού. Όσο στρέφουμε τη σκέψη μας στην αλήθεια του μυστηρίου του Θεού, συνειδητοποιούμε ότι δεν υπάρχει τίποτε τελειότερο και πιο επιθυμητό από τον Θεό. Η σκέψη μας κατευθύνει την καρδιά μας και όπου ο θησαυρός μας, εκεί και η καρδιά μας, κατά τον λόγο του Χριστού (Ματθ. στ' 21). Όσο, λοιπόν, περισσότερο προσπαθούμε και αγωνιζόμαστε για να αγαπήσουμε τον Θεό, τόσο ο Θεός μάς αποκαλύπτεται. Η εμπειρία των Πατέρων της Εκκλησίας μάς λέει ότι εκείνος που απέκτησε την αγάπη, απέκτησε τον ίδιο τον Θεό, γιατί «ο Θεός είναι αγάπη» (Α' Ιω. δ' 16). Όποιος μένει μέσα σ' αυτήν την αγάπη, μένει μέσα στην αγκαλιά του Θεού. Όλοι είμαστε πλασμένοι κατ' εικόνα του Θεού. Την καθ' ομοίωση, όμως, ποιοι την έχουν; Ποιος, άραγε, μπορεί να μοιάσει με τον Θεό; Η απάντηση είναι απλή. Αυτός που με τη μεγάλη του αγάπη υποτάσσει την ελευθερία του στον Θεό. Όποιος αγαπά τον Θεό με όλη την καρδιά του, εκείνος είναι φίλος του Θεού. Μια τέτοια αγάπη κάνει τον άνθρωπο να μην προτιμάει τίποτε άλλο περισσότερο από το να γνωρίζει τον Θεό και τότε απελευθερώνεται από τη μοναξιά και την ανασφάλεια, ξεφεύγει από τα στενά πλαίσια του «εγώ» και μεταβαίνει προς το «εσύ».

Ο τρόπος της αγάπης για τον άνθρωπο
Ο διασπασμένος εσωτερικά άνθρωπος, συνήθως από μικροψυχία, στενεύει τα όρια της αγάπης και την πλαστογραφεί επικίνδυνα. Ξεχνά ότι η αγάπη προς τον Θεό και προς τον άνθρωπο είναι αλληλένδετες. Δεν μπορεί να υπάρξει η μία χωρίς την άλλη, γιατί συνδέονται αδιάσπαστα. Είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Όποιος ισχυρίζεται ότι αγαπάει τον Θεό, δεν είναι δυνατό να μην αγαπήσει και κάθε άνθρωπο σαν τον εαυτό του. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης χαρακτηρίζει υποκριτή και ψεύτη όποιον λέει ότι αγαπά τον Θεό, αλλά μισεί τον αδελφό του (Α' Ιω. δ' 20). Η γνήσια και αυθεντική αγάπη προς τον πλησίον μεταφράζεται σε ηθική συμπαράσταση και ψυχική στήριξη, σε αλληλεγγύη, προσφορά και ευεργεσία κάθε μορφής, σε υπομονή και ανεξικακία απέναντι σε αδικίες, συκοφαντίες και κάθε άλλο κακό και, τέλος, με τη συγχώρηση, όταν μας βλάπτει. 

Αγαπητοί αδελφοί, αν δεν μπορούμε να αγαπήσουμε τον πλησίον, που είναι δημιούργημα του Θεού, δεν μπορούμε να αγαπήσουμε ούτε τον ίδιο τον Θεό. Γι' αυτό, όταν δυσκολευόμαστε να αγαπήσουμε τον άλλο, ας είμαστε μεγαλόψυχοι και υπομονετικοί μαζί του, για να αισθανθούμε όχι την αγάπη, αλλά τη διάθεση για την αγάπη. Για τη δύσκολη τέχνη της αγάπης, ας χτυπάμε την πόρτα του Θεού, για να μας τη χαρίσει ως δώρο Του. Αμήν.

Αρχιμ. Ν. Κ.
πηγή: Φωνή Κυρίου, έκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 5/9/2010, φ. 36 (2988).

Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Μας είπες, Κύριε...



Μας είπες, Κύριε, πως κατοικείς στον διπλανό μας
−κι όμως εμείς τον σφάξαμε και δε Σε βρήκαμε.
Είπες: στο σπίτι του Πατέρα Μου είμαι πάντα·
γκρεμίσαμε όλους τους ναούς
κι αυτόν που στο κορμί μας έστησες
και δεν μας φανερώθηκες, μεγάλε Άγνωστε.

Ύστερα σκάψαμε ολάκερη τη γης.
Οργώσαμε και τους γαλάζιους ουρανούς.
Ήπιαμε στο ποτήρι μας την πολυκύμαντη θάλασσα.
Και −αλλοίμονο− το μόνο που μας έμεινε
ήταν, πλεγμένη στα πικρά τα φύκια,
η αγωνία μας.

Και τώρα,
πρέπει ν' αναστήσουμ' εδώ δίπλα τον πλησίον μας·
να χτίσουμε τους λάκκους που σκοντάφτουν τα παιδάκια,
καθώς πηγαίνουν με τη σάκκα και την καθαρή ποδιά σχολείο·
μιαν άλλη θάλασσα να φτιάξουμε απ' το δάκρυ μας.

-Βόηθα μας. Κύριε, να Σε βρούμε
πριν έξω μας χαθούν τα βήματά μας.


Π. Β. Πάσχου (1964), Μυστικόν Έαρ, Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα
Αποδελτίωση: Ψηφίδες (29/12/2009)

Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου 2010

Μόνο ο ερωτευμένος!



Στις κοσμικές συζητήσεις περί Χριστιανικής ζωής, ασκητισμού, μοναχισμού, ιεροσύνης ακόμη και εγκόσμιας εγκράτειας συχνά αναδύεται η εύλογη απορία «γιατί;». Γιατί αυτές οι θυσίες; Γιατί νηστεία; Γιατί προσευχή; Γιατί αγρυπνίες και απομάκρυνση από τα εγκόσμια; Γιατί υπακοή και ταπείνωση; Γιατί το άβατο στο Όρος; Γιατί όχι προγαμιαίες σχέσεις μεταξύ των νέων στον κόσμο; Όλα αυτά τα γιατί είναι απολύτως ΛΟΓΙΚΑ και ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΜΕΝΑ. Διότι ο κόσμος τούτος θεωρεί «φυσιολογικά» όλα τα αντίθετα: να ζήσεις τη ζωή σου, να γλεντάς, να μη στερείσαι τίποτα, να επαναστατείς ενάντια σε κάθε περιορισμό, να διεκδικείς και να μη σωπαίνεις, να προσπαθείς να ζήσεις όσον το δυνατόν πιο άνετα και εύκολα, να χαίρεσαι τη στιγμή, να γεμίζεις «εμπειρίες» τη ζωή σου, να «ολοκληρώνεις» τις σχέσεις σου προτού τις ξεκινήσεις(!), να γεύεσαι κάθε εφήμερη ηδονή ως το μεδούλι της, να ζεις τελικά και σ' όλα γενικά σάμπως και δεν υπάρχει Θεός! Ένας τέτοιος ά-θεος κόσμος πώς να κατανοήσει τους θεολογικούς λόγους, και περισσότερο τις θεολογικές πράξεις; Πώς τους ασκητές και τους αγίους;

Κάποτε ακούμε εξηγήσεις περί ασκητισμού και θυσίας, οι οποίες όμως στερούνται ουσίας. Κι εμείς εκπίπτουμε συχνά στο σφάλμα: Μιλούμε για τις θυσίες σάμπως κι η μόνη τους ουσία είναι η επίτευξη της αυτοκυριαρχίας μας. Αλλά την αυτοκυριαρχία μπορεί να την εξασκήσουν κι οι βουδιστές μοναχοί ή οι αυστηροί φιλόσοφοι. Πού έγκειται η διαφορά με τον Χριστιανό; Γιατί δεν είναι το ίδιο, διερωτάται ο κόσμος;

Ακόμη χειρότερα, κάποτε αυτές οι ερμηνείες των θυσιών (νηστεία, προσευχή, αγρυπνία, απομόνωση κ.λπ.) παρουσιάζουν τον Θεό σαν τιμωρό ή ένα χαιρέκακο Ον που αφ' υψυλού αρέσκεται να μας εκφοβίζει από τον θρόνο Του διά της υπόμνησης της Κρίσεως, με σκοπό να στερηθούμε τις χαρές της εγκόσμιας ζωής μας και να δυσκολεύσουμε το πέρασμά μας από τη γη! Εν τέλει, λησμονούμε ή δειλιάζουμε να μιλήσουμε για την ουσία της θυσίας: ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ και ΤΟΝ ΘΕΙΟ ΕΡΩΤΑ!

Σ' ένα κείμενο για τον μακαριστό γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή διαβάσαμε τα εξής:
Όπως και όλοι οι σύγχρονοι άγιοι πατέρες, γνωστοί και άγνωστοι, επώνυμοι και μη, μέσα από την Παναγία περνούν και διατυπώνουν τον καλύτερο κόσμο τους και τις ποιοτικότερες εκφράσεις της πίστης τους, έτσι και για τον γέροντα Ιωσήφ αναφέρονται τα εξής:
«Η αγάπη του προς την Παναγίαν μας είναι ανωτέρα πάσης περιγραφής. Μόνον που ανέφερε το όνομά της τα μάτια του έτρεχαν. Την παρακαλούσε από καιρό να τον πάρει να ξεκουρασθεί. Και τον εισήκουσεν η Παντάνασσα. Τον επληροφόρησεν ένα μήνα πριν διά την αναχώρησίν του», η οποία συνέβη τη 15η Αυγούστου του 1959, ημέρα της Κοιμήσεώς της.

Ο ίδιος σε μια πολύ προσωπική του επιστολή γράφει:
«Εγώ δεν ημπορώ να ασπασθώ μίαν φοράν την εικόνα της Παναγίας και να χωρίσω. Αλλ' όταν πλησιάσω κοντά της ωσάν μαγνήτης με τραβάει επάνω της. Και πρέπει να είμαι μόνος. Διότι θέλω ώρες να την ασπάζομαι. Και κάτι ζώσαν πνοήν με γεμίζει μέσα η ψυχή μου και γεμίζω χάριν και δεν με αφήνει να φύγω. Αγάπη, Έρως Θεού, πυρ φλέγον· όπου μόλις εισέλθεις στην εκκλησίαν προλαμβάνει –όταν είναι θαυματουργός η εικών– και αποδίδει τόσον ευώδη πνοήν, όπου μένεις ώρες εκστατικός χωρίς να είσαι στον εαυτόν σου, αλλά εις ευώδη Παράδεισον.»

(πηγή: Μητρ. Μεσαγαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος, Φωνή αύρας λεπτής...
εκδ. Εν πλω, σ. 178)
Τελικά στον σύγχρονο ορθολογιστικό κόσμο αυτά τα βιώματα της εν Χριστώ ζωής μοιάζουν ακατάληπτα και «παράλογα». Μόνο ένας ερωτευμένος, με την «τρέλα» του ενθουσιασμού και της πέραν από τον εαυτόν του αντι-ορθολογιστικής αγάπης, κατανοεί τη δύναμη του Θείου Έρωτα! Μόνο αυτός δύναται να κατανοήσει τι κάνει ένας ασκητής σαν αγρίμι σε απόκρημνα -λεπίδες θανατηφόρες!- βράχια ή σε πνιγηρά κι ερεβώδη σπήλαια. Μόνο αυτός που φλέγεται από έρωτα και βαθιά αγάπη μπορεί να καταλάβει πώς ένας άνθρωπος μπορεί να προσεύχεται αδιάλειπτα ή να κοιτάζει επί ώρες την εικόνα της Παναγίας και να τη φιλάει αχόρταγα! Μόνο ο ερωτευμένος μπορεί να πει απευθυνόμενος στον άγιο που στερείται τα πάντα για τον Χριστό από θείο μανικό έρωτα: «σε καταλαβαίνω»!

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

Γιατί; Σάμπως "αυτά" δεν είναι ζωές;


(Η παρακάτω μαρτυρία δεν έχει ανάγκη από εξηγήσεις. Είναι μία από τις πιο εύγλωττες καταθέσεις των τελευταίων ετών πάνω στο κρίσιμο ζήτημα των αμβλώσεων και αξίζει την απερίσπαστη προσοχή μας.)

Χαίρετε! Ονομάζομαι Vera Faith Lord. Διευθύνω την "Alfa-Omega Life", την Ορθόδοξη Αδελφότητα για την Προστασία της Ζωής.

Καθώς σας μιλώ σήμερα, έχω την τιμή να αντιπροσωπεύω εκατομμύρια αδελφές μου. Η δική μας αδελφότητα δεν είναι κάποια χαρούμενη συντροφιά. Είμαστε μητέρες που έχουμε διαπράξει άμβλωση και είμαι εδώ σήμερα για να σας διηγηθώ την ιστορία μου.

Η κοινωνία ένα πράγμα μόνο μας λέει: "Πρόκειται για το σώμα σας και έχετε το δικαίωμα να κάνετε την επιλογή σας". Κανείς δεν μας λέει τι θα μας συμβεί μετά από την επιλογή, όταν το παιδί μας θα είναι νεκρό. Ελάτε μαζί μου τώρα, μέσα από ένα μαγικό καθρέφτη και ας προχωρήσουμε στα μετά την άμβλωση.

Πριν από δεκαπέντε χρόνια, το μυριάκριβο αγόρι μου, ο Γαβριήλ, κλωτσούσε και πιπίλιζε το δάχτυλό του και έκανε όλα όσα κάνει ένα αγέννητο παιδί την 21η εβδομάδα της ζωής του. Δεν κατάφερε να φθάσει στην 22η. Πέθανε.

Επί δεκαεπτά χρόνια μετά τον θάνατο του μωρού μου, δεν μου επιτράπηκε να θρηνήσω, να πενθήσω ή ακόμα και να αναγνωρίσω ότι είχε πεθάνει. Πραγματικά, ενώ ζούσα με την αγωνία του θανάτου του, ποτέ δεν μου επιτράπηκε ούτε καν να παραδεχτώ ότι είχε κάποτε ζήσει. Τη φοβερή αυτή καταδίκη μού επέβαλε και ο εαυτός μου αλλά και η "πολιτικά ορθή" κοινωνία μας. Διότι, βλέπετε, ήμουν εκεί όταν ο Γαβριήλ πέθανε, εγώ πλήρωσα για να πεθάνει.

Το μητρικό ένστικτο είναι ισχυρότερο και από αυτό της επιβίωσης. Υπάρχουν χιλιάδες διηγήσεις για μητέρες που θυσιάστηκαν για να σώσουν τα παιδιά τους. Ε, λοιπόν, αυτό το μητρικό ένστικτο, το ισχυρότερο, το πιο ακαταμάχητο που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα, είναι ζωντανό και παρόν σε όλες τις γυναίκες είτε το θέλουμε είτε όχι. Το τι πιστεύουμε ή δεν πιστεύουμε απλά δεν έχει καμιά σημασία. Κάποια μέρα μετά την
άμβλωση, το μητρικό ένστικτο εμφανίζεται παντοδύναμο. Έρχεται μια στιγμή, μια φοβερή στιγμή που όλα μέσα μας γνωρίζουν ακριβώς τι έχουμε κάνει. Άσχετα με το "πολιτικά ορθό" όνομά του, άσχετα πίσω από ποιον ευφημισμό το έχουμε κρύψει, εκείνη τη στιγμή ξέρουμε ότι έχουμε πάει κόντρα στον Θεό και σ' όλη τη φύση και έχουμε σκοτώσει το ίδιό μας το βλαστάρι. Είναι σαν να βάζεις το χέρι σου στη φωτιά. Κάθε κομμάτι του εαυτού σου θέλει να τιναχτεί και να το βάλει στα πόδια. Και αυτό κάνουμε. Το βάζουμε στα πόδια...

Μερικές από μας περνάμε την υπόλοιπη ζωή μας... τρέχοντας. Είναι το Μετεκτρωτικό Σύνδρομο, το χειρότερο αίσθημα στον κόσμο. Γιατί αν μπορούσαμε να ξεφύγουμε, θα ήταν εύκολο. Αλλά δεν μπορούμε. Και ο λόγος είναι ότι έχουμε ένα νεκρό μωρό. Ακριβώς όπως μια γυναίκα που το μωρό της πεθαίνει στην κούνια του από το Σύνδρομο του Αιφνίδιου Βρεφικού Θανάτου. Το γεγονός ότι συμμετείχαμε κι εμείς στον φόνο δεν κάνει το μωρό μας λιγότερο νεκρό. Αν κάποιος δικός σας πεθάνει, ειδικά ένα βρέφος, και δεν μπορείτε να αποδεχτείτε τον θάνατο και να πενθήσετε, έχετε σοβαρό ψυχολογικό πρόβλημα. Αυτό το σοβαρό ψυχολογικό πρόβλημα είναι το Μετεκτρωτικό Σύνδρομο.

Η "σιωπηλή κραυγή" είναι ένα βίντεο για το βρέφος που πεθαίνει καθώς εκδιώκεται από τη μήτρα. Η κραυγή του δεν ακούγεται, καθώς σιγά-σιγά πεθαίνει μέσα στην αγωνία. Είμαστε μετεκτρωτικές μητέρες, και ζούμε κι εμείς μέσα στην αγωνία. Μόνο που εμείς δεν είμαστε απλά σιωπηλές, είμαστε αόρατες. Και κάποιες από μας δίπλα αόρατες, γιατί φαινομενικά είμαστε μια χαρά. Καθεμιά μας επέλεξε απρόθυμα την άμβλωση, για χίλιους δύο λόγους, έτσι ώστε να μη χρειαστεί ν' αλλάξουμε τη ζωή μας. Και, τι ειρωνεία! Από τη στιγμή που το μωρό πέθανε, η ζωή μας, με χίλιους δυο τρόπους, δεν είναι πια η ίδια.

Βρισκόμαστε παντού. Είμαστε γύρω σας. Αποτελούμε το 43% των γυναικών ηλικίας κάτω των σαράντα πέντε στις ΗΠΑ σήμερα. Είμαστε οι μητέρες και οι αδελφές σας, οι αδελφές και οι γυναίκες σας, οι συνάδελφοι και οι φίλες σας. Είμαστε τόσο πολλές και εδώ μαζί σας σήμερα. Γνωρίζετε οπωσδήποτε κάποιαν που έχει κάνει έκτρωση - και οι στατιστικές λένε ότι πιθανότατα ξέρετε περισσότερες από μία. Αν νομίζετε ότι δεν ξέρετε μία γυναίκα που να έχει κάνει έκτρωση, είναι γιατί δεν ξέρετε ακόμη ποια είναι.

Όταν κάποιος καταδικαστεί σε ισόβια φυλάκιση, το γεγονός ότι μπήκε φυλακή τα αλλάζει όλα για πάντα - για τον ίδιο και για τους δικούς του. Καθεμιά που "επιλέγει" να πάει κόντρα στη φύση και να σκοτώσει το ίδιο της το παιδί καταδικάζει τον εαυτό της ισόβια στο "κελί" της απομόνωσης που λέγεται Μετεκτρωτικό Σύνδρομο. Με το να αρνείται ότι είναι φυλακισμένη δεν σημαίνει ότι και τα σίδερα της φυλακής δεν υπάρχουν!

Μία μόνον είναι η έξοδος - η ιαματική διαδικασία που τελικά μας ελευθερώνει. Ένα από τα σπουδαιότερα βήματα στη μετεκτρωτική θεραπευτική διαδικασία είναι να ονομάσεις το παιδί που πέθανε και τελικά να μπορέσεις να πενθήσεις τον θάνατό του. Ονόμασα τον δικό μου γιο Γαβριήλ και θα περάσω την υπόλοιπη ζωή μου μιλώντας στον κόσμο γι' αυτόν και για μένα και για εκατομμύρια γυναίκες σαν κι εμένα.

Ένα χρόνο αφού ξεκίνησε η διαδικασία της ίασης, είδα μία νεαρή γυναίκα που περνούσε δίπλα από μία πόρτα κρατώντας στην αγκαλιά το αγοράκι της, ενός χρόνου περίπου. Πήγαινε πολύ κοντά στην πόρτα και το παιδί χτύπησε το κεφάλι του. Έβαλε τα κλάματα. Η μητέρα του τον ακούμπησε κάτω όρθιο, γονάτισε δίπλα του και τρίβοντας το κεφαλάκι του, τον έσφιγγε στην αγκαλιά της και του έλεγε: "Η μανούλα στενοχώριεται που χτυπησες το κεφάλι σου". Το πιτσιρίκι σταμάτησε αμέσως. Εκείνη τη στιγμή δεν σκέφτηκα τίποτε, μου εντυπώθηκε όμως η σκηνή. Οκτώ ώρες αργότερα, βρισκόμουν γονατιστή στο πάτωμα του σπιτιού μου. Ο γοερός μου θρήνος τράνταζε το σώμα μου. Μιλούσα στον γιο μου και έλεγα "Γαβριήλ, η μαμά λυπάται - η μαμά λυπάται τόσο πολύ...". Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι σημαίνει...

Τώρα, λοιπόν, ξέρετε το μικρό βρώμικο μυστικό που κρύβεται πίσω από τη λέξη "επιλογή". Το μωρό δεν είναι το μόνο που πεθαίνει. Μαζί του πεθαίνουν μεγάλα κομμάτια από την ψυχή της μητέρας.

Φαίνομαι σήμερα να στέκομαι μόνη μου εδώ ενώπιόν σας. Δεν είμαι μόνη. Αν κοιτάξετε με τα μάτια της καρδιάς σας, θα δείτε κι ένα ψηλό όμορφο δεκαεννιάχρονο παλικάρι να στέκεται δίπλα μου. Λέγεται Γαβριήλ και είναι ο νεαρός που θα είχε γίνει μόνο και μόνο αν η μητέρα του του είχε επιτρέψει να ζήσει. Τα λόγια μου είναι το μνημόσυνο που κάνει η μητέρα του, που θα τον αγαπά για μια αιωνιότητα.

π. Ιωάννης Μπρεκ, Στα χέρια του Θεού: Κείμενα πίστης και ελπίδας, σ. 163-8.

Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010

Καταφύγιο προσευχής


Η προσευχή συνοψίζει μια προσμονή. Το πρόβλημα είναι ότι πολύ συχνά γινόμαστε τόσο εγωκεντρικοί, τόσο λίγο ταπεινοί! Γι' αυτό είναι καλό να προσευχόμαστε: "Κύριε, ελευθέρωσέ με από τον εαυτό μου και ένωσέ με με Σένα!" - μια κραυγή της καρδιάς. Είναι παρόμοια με την προσευχή "Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τη απιστία!". Συχνά είναι ανάγκη να παρακαλούμε για συγχώρηση.

Πολλές φορές συνέβη στη ζωή μου να μην έχω τη δυνατότητα για μακρά προσευχή, παρά μόνο λίγο χρόνο για να προχωρήσω γοργά σ' αυτό που ονομάζω "καταφύγιο προσευχής" - πολύ μικρές προσευχές που ξέρω απ' έξω ή προσευχές που περιλαμβάνουν ένα πολύ απλό αίτημα: "Μάθε με να αγαπώ". Ή όταν επίκειται η λήψη μιας αποφάσεως: "Κύριε, βοήθησέ με να εκτιμήσω την κατάσταση σωστά, να κρίνω σωστά, να πράξω σωστά". Μετά, υπάρχει η πολύ απλή προσευχή: "Γενηθήτω το θέλημά Σου!". Ακόμη, στην Αλβανία έμαθα τι σημαίνει να είσαι ξένος, να προέρχεσαι από μία χώρα που πολλοί αντιμετωπίζουν με καχυποψία. Αυτό όμως βοηθάει να γίνεσαι πιο ταπεινός και να προσεύχεσαι με μεγαλύτερη ένταση: "Χρησιμοποίησέ με κατά το θέλημά Σου!". Συχνά προσεύχομαι: "Κύριε, φώτιζέ με να αντιλαμβάνομαι το θέλημά Σου, δίνε μου την ταπείνωση να το αποδέχομαι και τη δύναμη να το πραγματοποιώ" και επανέρχομαι στις μικρές αυτές προσευχές πάλι και πάλι.

Πολλές φορές καταφεύγω στους ψαλμούς. Αντιλαμβάνεστε ότι, καθώς αυθόρμητα ανακαλούμε στίχους από το Ψαλτήρι, είναι σαν ν' ακούμε τον Θεό να μας μιλά. Μπορεί να απαγγέλλετε τον Ψαλμό "Ινατί περίλυπος ει, η ψυχή μου;..." και τότε μια άλλη φράση από τους Ψαλμούς να έρθει εις απάντησή σας. Μια αρχαία χριστιανική παράδοση θέλει τον επίσκοπο να γνωρίζει πολλούς Ψαλμούς από στήθους. Οι Ψαλμοί παρέχουν πνευματικό καταφύγιο. Σε κάθε περίσταση υπάρχει ένας Ψαλμός που μπορεί να σας βοηθήσει, σε κείνες τις κρίσιμες στιγμές που δεν έχετε πού να καταφύγετε.

Ίσως θυμάστε τα λόγια "Εάν μη Κύριος φύλαξη οίκον, εις μάτην εκοπίασεν ο φυλάσσων". Μας υπενθυμίζει ότι οι δικές μας προσπάθειες δεν παίζουν αποφασιστικό ρόλο. Κι ακόμη καταλαβαίνουμε ότι με κάθε δικό μας πόνο συμμετέχουμε στην οδύνη του Χριστού, κάτι που συχνά συναντούμε στον Απόστολο Παύλο, και ότι η ανάσταση δεν έρχεται μετά τον Σταυρό αλλά εν τω Σταυρώ".

Αρχιεπ. Αλβανίας Αναστάσιος στο π. Ιωάννης Μπρεκ, Στα χέρια του Θεού: Κείμενα πίστης και ελπίδας, εκδ. Εν πλω, σ. 160-2.

Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 2010

Η ευγνωμοσύνη μας προς τους αθέους!


Τα βιβλία που διατυπώνουν αθεϊστικές απόψεις βρίσκονται σήμερα στην κορυφή της λίστας των ευπώλητων, ενώ όλο και περισσότεροι είναι οι αναγνώστες που φαίνεται ότι τα προτιμούν. Όσοι διαφωνούν προσπαθούν να πολεμήσουν το επιστημονικό δόγμα με το θρησκευτικό δόγμα. Ίσως, όμως, θα ήταν προτιμότερο να επικαλεσθούν την εμπειρία του ζωντανού Θεού, η οποία μπορεί να μην επιδέχεται απόδειξη, για όσους όμως αφιερώνουν τη ζωή τους σ' αυτήν είναι αδιάψευστη και αδιαμφισβήτητη. (...)

Η όλη συζήτηση μεταξύ αυτού που ονομάστηκε "νέο-αθεϊσμός" και της παραδοσιακής Χριστιανοσύνης χρειάζεται κάποιες βασικές παρατηρήσεις. Πρώτον, είναι σαφές ότι ο κόσμος είναι απείρως πολυπλοκότερος απ' όσο οι επιστήμονες ή οι θεολόγοι μπορούν να φανταστούν, και πολύ περισσότερο να περιγράψουν. Από την αλληλεπίδραση μεταξύ ύλης και ενέργειας μέχρι την ποικιλία των μυστικών εμπειριών, η πραγματικότητα στην πληρότητά της απλώς δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή, είτε από τον ανθρώπινο νου είτε από τη θρησκευτική διαίσθηση. Να γιατί οι μεγάλοι θεολόγοι της Εκκλησίας πάντοτε υποστήριζαν ότι ο Θεός είναι πέρα απ' την ύπαρξη, πέρα από κάθε αντίληψη που θα μπορούσαμε να έχουμε γι' Αυτόν (εξ ου και η σημασία της Ορθόδοξης "αποφατικής θεολογίας", η οποία μόνη οδηγεί στην αληθινή γνώση του Θεού).

Και τότε, γίνεται φανερό ότι οι άθεοι, εξ ορισμού, αρνούνται κάτι για το οποίο δεν γνωρίζουν τίποτε. Υποθέτουν, λανθασμένα, ότι αν αυτοί δεν έχουν επαληθεύσιμη γνώση περί του Θεού, δεν μπορεί να έχει και κανένας άλλος. Αυτό το συμπέρασμα θεμελιώνεται στην πεποίθηση ότι η γνώση μπορεί να αποκτηθεί μόνο μέσα από την επιστημονική έρευνα. Και πράγματι, η επιστήμη είναι το μοναδικό μέσον για να καταλάβουμε την εμπειρική πραγματικότητα. Το ζήτημα όμως είναι ότι, εμπειρική, υπάρχει μία Πραγματικότητα, στην οποία δεν έχει πρόσβαση η ορθολογική, επιστημονική έρευνα. Ωστόσο, και αυτή η Πραγματικότητα μπορεί να γίνει γνωστή ακόμη και μεθεκτή από τον άνθρωπο εκείνο που την προσεγγίζει με έναν συγκεκριμένο τρόπο, με μια συγκεκριμένη προοπτική και διάθεση.

Πράγματι, αυτόν τον θεό που οι άθεοι αρνούνται, ίσως θα έπρεπε να τον αρνούνται και οι ενσυνείδητοι Χριστιανοί -να τον απορρίπτουν ως σκέτη καρικατούρα. (...)

Αληθινά, δεν θα έπρεπε καθόλου να μας προβληματίζει το γεγονός ότι αυτοί οι "νέο-άθεοι" αποκτούν δημοσιότητα, έστω κι αν το κίνητρο πίσω από κάποια έργα τους είναι να δημιουργήσουν σκάνδαλο, να "σπάσουν" τα ταμπού και να δρέψουν τα κέρδη. Στην πραγματικότητα, θα έπρεπε να νιώθουμε ευγνωμοσύνη για την απήχηση που έχουν. Μας αναγκάζουν να κάνουμε μια γερή και εις βάθος έρευνα για το ποια είναι η δική μας αντίληψη για τον Θεό και να αναρωτηθούμε μήπως αυτή η αντίληψη, αυτή η πολύτιμη εικόνα που κάποτε κρατάει από τα παιδικά μας χρόνια, είναι "πολύ μικρή" για Κείνον. Και αν κάτι τέτοιο συμβαίνει, τότε άθελά μας τοποθετούμαστε στο στρατόπεδο των απίστων. Ευθυγραμμιζόμαστε με τους κατ' εξοχήν αθέους, τους οποίους απορρίπτουμε. Διότι, στην περίπτωση αυτή, πιστεύουμε σ' ένα θεό ή σε κάποιους θεούς δικής μας κατασκευής μάλλον παρά στον Θεό που αποκαλύπτει τον Εαυτό Του εν Χριστώ Ιησού ως Δημιουργό και Λυτρωτή. "Ούτος εστιν ο αληθινός Θεός και αιώνιος ζωή" μας λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης (Α' Ιω. 5:20), ο οποίος ενσαρκώνει άπειρη δύναμη και δόξα, φιλανθρωπία και αγάπη.

π. Ιωάννης Μπρεκ, Στα χέρια του Θεού: Κείμενα πίστης και ελπίδας,
εκδ. Εν πλω, σ. 111-17

Σάββατο, 11 Σεπτεμβρίου 2010

Ανεχόμενοι αλλήλων εν αγάπη


Εδώ ο Απόστολος Παύλος μάς προτείνει ένα τρόπο επαναστατικό και μοναδικό για να επιτύχουμε και να διατηρήσουμε την ενότητα μέσα στην οικογένειά μας. Να ανέχεται ο ένας τον άλλο με Αγάπη. Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι δεν πρέπει να μεγαλοποιούμε και να διογκώνουμε τις αδυναμίες και ατέλειες του άλλου (που όλοι έχουμε λιγότερο ή περισσότερο), αλλά να τα δικαιολογούμε, όχι από οίκτο και λύπηση, αλλά από αγάπη. Από φροντίδα και πόθο εσωτερικό να βοηθήσω στη θεραπεία της αδυναμίας του άλλου, να τον στηρίξω, να τον παρηγορήσω, να τον κάνω να αισθανθεί άνετα, αναπαυμένα κοντά μου. Όπως θα σκεπτόμασταν για τον εαυτό μας, έτσι να σκεπτόμαστε και για τους άλλους. Αγάπη σημαίνει αλληλοπεριχώρηση. Δηλαδή, να κάνουμε χώρο ο ένας στον άλλο για να κινείται και να αισθάνεται άνετα, ελεύθερα και όχι να τον πνίγουμε στα γιατί, τα πώς και να θέλουμε να σκέπτεται και να ενεργεί όπως εμείς επιθυμούμε.

Εάν η αγάπη του ενός προς τον άλλο είναι μόνο ανθρώπινη και σαρκική και όχι πνευματική, τότε θα είναι εμπαθής, δηλαδή θα αναζητεί να ικανοποιήσει τις εγωιστικές και σαρκικές επιδιώξεις και δεν θα αναπαύει ο ένας τον άλλο. (...)

Επίσκοπος Καρπασίας Χριστόφορος

Γάμος: Μία άφθαρτη σχέση, εκδ. Σχολής Γονέων Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, σ. 102-3

Πέμπτη, 9 Σεπτεμβρίου 2010

Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο!


«Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο»
Ντοστογιέφσκι

Η ομορφιά δεν είναι ποτέ «απαραίτητη», «λειτουργική» ή «χρήσιμη». Και όταν, περιμένοντας κάποιον που αγαπάμε, βάζουμε ένα όμορφο τραπεζομάντιλο στο τραπέζι και το διακοσμούμε με κεριά και λουλούδια, δεν το κάνουμε από ανάγκη, αλλά από αγάπη. Και η Εκκλησία είναι αγάπη, προσδοκία και χαρά. Είναι ο ουρανός επί γης, σύμφωνα με την ορθόδοξη Παράδοσή μας. Είναι η χαρά της ανακτημένης παιδικότητας, εκείνη η ελεύθερη, η άνευ όρων και ανιδιοτελής χαρά, που από μόνη της είναι ικανή να μεταμορφώσει τον κόσμο. Στην ώριμη, σοβαρή μας ευσέβεια, ζητάμε ορισμούς και δικαιώσεις που ριζώνουν στον φόβο. Φόβος για διαφθορά, απόκλιση, «ειδωλολατρικές επιρροές», και τα τοιαύτα. Αλλά «ο φοβούμενος ου τετελείωται εν τη αγάπη» (Α΄ Ιωάν. 4,18). Όσο οι χριστιανοί θα αγαπούν τη Βασιλεία του Θεού, και δεν θα τη συζητούν μόνο, θα την «εκπροσωπούν» και θα την κάνουν γνωστή με την τέχνη και την ομορφιά. Και ο ιερουργός του μυστηρίου της χαράς θα εμφανιστεί με ένα όμορφο φελόνιο, ενδύεται τη δόξα της Βασιλείας, επειδή ακόμη και με τη μορφή του ανθρώπου ο Θεός εμφανίζεται εν δόξη. Στο μυστήριο της Ευχαριστίας είναι παρών ο Χριστός και όπως συνέβη με τον Μωυσή μπροστά στον Θεό, μας επικαλύπτει η δόξα Του. […]

Πατήρ Αλέξανδρος Σμέμαν

«Σε τι συνίσταται η προσευχή σου;» ρώτησε ο Άγιος Ιωάννης του Σταυρού μια από τις εξομολογούμενές του· κι εκείνη απάντησε: «Στο να θεωρώ την ομορφιά του Θεού, και να ευφραίνομαι για την ομορφιά που έχει». Αυτή είναι η φύση της λατρείας. Να προσευχόμαστε και να λατρεύουμε σημαίνει να αντιλαμβανόμαστε την πνευματική ομορφιά της Ουράνιας Βασιλείας· να την εκφράζουμε με λέξεις μέσα από την ποίηση και τη μουσική, μέσα από την τέχνη και τις συμβολικές πράξεις, και μέσα από ολόκληρη τη ζωή μας· και με τον τρόπο αυτό να απλώνουμε τη θεία ομορφιά στον κόσμο γύρω μας, μετασχηματίζοντας και μεταμορφώνοντας την πεσμένη κτίση. […]

Κάλλιστος Ware, Η εντός ημών βασιλεία, εκδ. Ακρίτας, σ.111-12

Τρίτη, 7 Σεπτεμβρίου 2010

Η Γέννησίς σου Θεοτόκε, χαράν, εμήνυσε πάση τη Οικουμένη


Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί αρχίζουν και τελειώνουν το λειτουργικό έτος με εορτές αφιερωμένες στην Παρθένο Μαρία, την οποία τιμούν ως Θεοτόκο. Στις 8 Σεπτεμβρίου, στο τέλος της πρώτης εβδομάδος του νέου εκκλησιαστικού έτους, τιμούμε τη Γέννησή Της. Στις 15 Αυγούστου, κλείνουμε το έτος με την Κοίμηση και τη μετάστασή Της στους ουρανούς.

Όπως φανερώνουν οι ύμνοι των εορτών αυτών αλλά και των υπολοίπων Θεομητορικών εορτών, η προσκύνηση της Παναγίας Μητέρας του Θεού, αποτελεί ουσιαστικά την ομολογία της πίστης μας στο Πρόσωπο του Υιού της. (...)

Στο απολυτίκιο της εορτής της Γεννήσεώς Της, επιβεβαιώνουμε την αλήθεια ότι εξ Αυτής "ανέτειλεν ο ήλιος της δικαιοσύνης, Χριστός ο Θεός ημών". Εκ του γεγονότος ότι αυτή γέννησε Αυτόν που είναι και Μεσσίας (Χριστός) και Κύριος (Θεός), ακυρώθηκε η "κατάρα" της αμαρτίας μας και η εξ αυτής απορρέουσα καταδίκη μας. (...)

Ένα από τα τροπάρια της Κοιμήσεως συνεχίζει το θέμα αυτό, αναφερόμενο σ’ Αυτήν ως εις το πρωτότυπο όλων αυτών που θα "μεταβούν" εκ του θανάτου εις τη ζωή κατά τη γενική Ανάσταση. Ο ύμνος αρχίζει επιβεβαιώνοντας το διπλό θαύμα: παρότι γέννησε κατά σάρκα τον προαιώνιο Υιό του Θεού, Εκείνη δεν έχασε την ιδιότητα της παρθενίας. (...) Αυτό το θαύμα συμπληρώνεται με ένα δεύτερο: το γεγονός του θανάτου Της σε καμία περίπτωση δεν την εχώρισε από τον κόσμο, από τα ανθρώπινα αντικείμενα της άπειρης αγάπης του Υιού της. Συνεπώς είναι σε θέση να πρεσβεύει για μας ενώπιον του Υιού Της και Θεού μας, "εκ θανάτου λυτρουμένη τας ψυχάς ημών".

(...) η μητέρα του Ιησού ποτέ δεν σταματά να πρεσβεύει για μας και, πράγματι, να γίνεται το μέσον διά του οποίου φθάνει η προσευχή μας ενώπιον του Θεού.

Γι' αυτό και οι περισσότερες από τις Ακολουθίες μας τελειώνουν με δυο λόγια ικεσίας που για πολλούς, ακόμη και Χριστιανούς, ηχούν ως σκανδαλώδη και βλάσφημα: "Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς!".

"Πώς μπορείτε να προσεύχεστε έτσι", με ρώτησε τις προάλλες ένας φίλος Βαπτιστής.

Εάν ο Ιησούς είναι αληθινά ο αΐδιος Υιός του Θεού, ο Θεάνθρωπος που "σαρξ εγένετο" στη μήτρα της Παρθένου, (...) αν το σωτήριο και λυτρωτικό έργο Του υλοποιήθηκε χάρη στη συγκατάθεση της Μαρίας, στην πρόθυμη αποδοχή της εν παρθενία κυοφορίας διά της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος -αν όλα αυτά είναι αλήθεια, τότε δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο παρά να παραδεχθούμε τον ρόλο Της στην οικονομία της σωτηρίας, και να τιμήσουμε αυτόν τον ρόλο, με χαρά και πίστη, στις Ακολουθίες της Εκκλησίες.

Αν ο Ιησούς είναι όντως Αυτός που πιστεύουμε και ομολογούμε ότι είναι, τότε δεν μπορούμε τίποτε άλλο και τίποτε λιγότερο να κάνουμε, παρά να δοξάζουμε την ταπεινή μητέρα Του ως αληθώς Θεοτόκον: ένα ανθρώπινο πρόσωπο σαν κι εμάς, της οποίας όμως η μήτρα ανεδείχθη "πλατύτερα των Ουρανών" διά της κυοφορίας του ενσαρκωθέντος Υιού του Θεού. Και αν, από τη Γέννηση ως την Κοίμησή Της και ακόμη πιο πέρα, είναι όντως Αυτή που πιστεύουμε και ομολογούμε ότι είναι -Μήτηρ Θεού- τότε δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο και τίποτε λιγότερο, από το να Της ζητούμε να πρεσβεύει αδιάκοπα για μας, για χάρη της σωτηρίας μας.

π. Ιωάννης Μπρεκ, Στα χέρια του Θεού: Κείμενα πίστης και ελπίδας,
εκδ. Εν πλω, σ. 151-5.

Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2010

Γιατί σε μένα, Θεέ μου;


Ερώτημα τόσο συχνό, τόσο βαθύ, τόσο δυνατό στην εκφορά του, τόσο δύσκολο στην απάντησή του. Ερώτημα τόσο αληθινό, τόσο ανθρώπινο, τόσο απαιτητικό, που όμως από τη φύση του δεν αντέχει στο λόγο, δεν εκφράζεται με το στόμα, δεν μπαίνει σε λέξεις, δεν δημοσιοποιείται σε ακροατήριο, πολύ δε περισσότερο, δεν επιδέχεται μονοσήμαντες απαντήσεις από κάποιους που δήθεν γνωρίζουν προς κάποιους άλλους που σίγουρα πονούν. […]

Γιατί σε μένα Θεέ μου; Ηχεί στ’ αυτιά μου αυτό το ερώτημα και αντηχεί βαθιά στην καρδιά μου. Το ερώτημα αυτό συνεχώς διατυπώνεται και απαντάται μόνο με δάκρυα, όχι με λέξεις, με αισθήματα, όχι με σκέψεις, με σιωπή, όχι με απόψεις, με συμπόνια, όχι με απαντήσεις. Πώς να το κάνουμε; Συχνά τα μάτια μιλούν πιο εύγλωττα από το στόμα, ο αναστεναγμός πιο δυνατά από τη σκέψη και η πονεμένη απορία εκφράζει περισσότερο την αλήθεια από την όποια απάντηση.

Στρέφω το βλέμμα μου τριγύρω και αντικρίζω συνανθρώπους μας που πάσχουν, αδελφούς μας που λυγίζουν, που θα ήθελαν κάπως να εκφραστούν, αλλά είτε αδυνατούν είτε διστάζουν είτε και φοβούνται. Όλοι αυτοί, τελικά, δεν είναι… άλλοι, ξένοι, αδιάφοροι για μας, αλλά είναι το αγνότερο και αναγκαιότερο κομμάτι του εαυτού μας, μια που η συνάντηση μαζί τους μέσα μας, καταργεί το εγώ μας. Θα ήθελα λοιπόν για λίγο να δανείσω τα χείλη της δικής μου ψυχής στην ανάγκη της δικής τους να εκφράσει τον βουβό της πόνο και να διατυπώσει την επίμονη απορία της.

Προ καιρού μου δόθηκε η ευκαιρία να επισκεφθώ το Νοσοκομείο Παίδων. Πήγα στο γραφείο της διευθύντριας του Ογκολογικού που έτυχε να γνωρίζω. Μου πρότεινε να επισκεφθούμε τους θαλάμους των παιδιών. Απέφυγα να συναινέσω. Έριξα μια ματιά στους τοίχους του πρωτότυπου γραφείου της, που ήταν γεμάτοι από πρόσωπα πονεμένα και ελπιδοφόρα, πληγωμένα και αγωνιστικά. Άλλα ακόμη βρίσκονται κοντά μας για να πολλαπλασιάζουν τη χαρά και άλλα μας έχουν φύγει για να προκαλούν την ανάγκη της συνάντησης μαζί τους στην αγκαλιά του Θεού. […]

Βγήκαμε απ’ το γραφείο της και νόμιζα ότι έβγαινα από την αλήθεια για να μπω στο ψέμα αυτής της ζωής, αλλά με μια ανομολόγητη ανακούφιση. Σκόνταψα όμως στη μεγαλύτερη αλήθεια. Στο σαλόνι σε ένα τραπεζάκι, έπαιζαν επιτραπέζια παιχνίδια τρία παιδάκια, δίχως μαλλιά, με πρόσωπα ωχρά, με ενδοφλέβιες χημειοθεραπευτικές παροχές στα χέρια. Δίπλα τους ισάριθμες νεαρές μητέρες και ένας παππούς. Τα μάτια των μεγάλων μεμιάς καρφώθηκαν επάνω μου. Τα παιδάκια αμέριμνα συνέχισαν τη διασκέδασή τους. Εγώ αμήχανα δεν τολμούσα να δώσω το ψεύτικο χαμόγελο του… καλού παπά που ήλθε να κάνει την καλή του πράξη. Ποτέ το βλέμμα των γονέων και η αμεριμνία των παιδιών δεν με είχαν τόσο βαθιά τρυπήσει. Η εικόνα αυτή αυτόματα μεταμορφώθηκε σε ερώτημα που ηχεί στα αυτιά μου μέχρι αυτήν τη στιγμή. Τα μάτια αυτά διψούσαν για μια γουλιά απάντησης στην πιο λακωνική, αλλά πιο εσώτερη απορία που σχηματίζεται στην καρδιά κάθε φυσιολογικού ανθρώπου: «Γιατί σε μένα, Θεέ μου;» […]

Γιατί ο πόνος; γιατί η αδικία; γιατί τα παιδάκια; γιατί τόσο πρόωρα; γιατί με αυτόν τον τρόπο; γιατί την απερίγραπτη χαρά της αθώας παρουσίας τους να τη διαδέχεται ο αβάσταχτος πόνος; γιατί; Κι αν είναι για το άγνωστο καλό μας, γιατί αυτό το καλό μας να είναι τόσο πικρό;

Γιατί σε μένα; Τι έκανα; Πού να ψάξω να βρω μέσα μου την άγνωστη σε μένα αιτία; Κι αν φταίω εγώ, δεν μπορώ κάτι να κάνω ν’ αναστρέψω τα πράγματα; Και ποιος ο λόγος εξαιτίας μου να υποφέρει αυτό το αθώο πλασματάκι; Αυτό μου φαίνεται πιο αδύνατο να το αντέξω. Κινδυνεύω να χάσω και τη λίγη και ασθενική πίστη μου. Τελικά ποιο το όφελος αυτής της ιστορίας;

Γιατί σε μένα Θεέ μου; Δεν είμαι παιδί σου; Δεν είσαι Θεός αγάπης; Τι σχέση μπορεί να έχει η αγάπη Σου με το μαρτύριό μου; Πώς να με προσελκύουν τα μαστιγώματά Σου; Πως συνδυάζεται η καλοσύνη Σου με την ανερμήνευτη λογική του πόνου, με τη θλίψη, με το ενδεχόμενο του σκανδαλισμού; […]

Τελικά αυτά τα «γιατί» δεν έχουν τις απαντήσεις που η φτώχεια και η αδυναμία μας περιμένει. Στη λογική αυτή συνήθως παραμένουν αναπάντητα. Γι’ αυτό και ο Χριστός για το θάνατο δεν είπε παρά ελάχιστα. Απλά ο Ίδιος τον επέλεξε και πόνεσε όσο κανένας άλλος. Κι όταν αναστήθηκε, το στόμα Του έβγαλε περισσότερη πνοή και λιγότερα λόγια. Δεν είπε τίποτε για ζωή και θάνατο –μόνο προφήτευσε το μαρτύριο του Πέτρου. Ο πόνος δεν απαντιέται με επιχειρήματα. Ούτε η αδικία και ο θάνατος αντιμετωπίζονται με τη λογική. Τα προβλήματα αυτά λύνονται με το εμφύσημα και την πνοή που μόνο ο μόνον ο Θεός δίνει. Λύνονται με το Άγιο Πνεύμα. Ξεπερνιούνται με την ταπεινή αποδοχή του θελήματος του Θεού που είναι τόσο αληθινό αλλά συνήθως και τόσο ακατανόητο.

Στο διάβα της η δοκιμασία συνοδεύεται από το σφυροκόπημα των αναπάντητων ερωτημάτων. Κι εμείς, γαντζωμένοι στα «μήπως», στα «γιατί», στα «αν» συντηρούμε τις ελπίδες και αντέχουμε σε αυτόν τον κόσμο, προσδοκώντας κάτι σίγουρο ή σταθερό. Αυτό όμως δεν εντοπίζεται στην προτεινόμενη από μας λύση, αλλά επικεντρώνεται στην απροσδόκητη υπέρλογη θεϊκή παρηγοριά. Κάθε προσπάθεια αντικατάστασής της με ανθρώπινα υποκατάστατα αδικεί εμάς τους ίδιους. Κάθε περιορισμός στην ασφυκτική θηλειά των ορθολογιστικών απαντήσεων μας παγιδεύει βαθύτερα στο δράμα μας. Στον διάλογο με τον πόνο, την αδικία και τον θάνατο είμαστε υποχρεωμένοι να βγούμε από τα ανθρώπινα μέτρα. Αυτή είναι όχι μόνον η έξοδος από τη δοκιμασία αλλά και η ευεργεσία της.

Η μοναδική ευκαιρία
Τελικά το μεν ερώτημα μπορούμε να το υποβάλλουμε, τη δε απάντηση πρέπει να την περιμένουμε. Ή ο Θεός δεν υπάρχει ή παραχωρεί μια δοκιμασία για να μας δώσει μια μοναδική ευκαιρία. Αν δεν γινόταν η Σταύρωση, δεν θα υπήρχε η Ανάσταση. Ο Χριστός θα ήταν ένας καλός δάσκαλος· όχι ο Θεός. Ο Θεός δίνει την ευκαιρία. Σε μας μένει να τη δούμε και να την αξιοποιήσουμε. Η δε χαρά και το περιεχόμενο αυτής της ευκαιρίας είναι πολύ μεγαλύτερα από την ένταση και τον πόνο της δοκιμασίας.

Ο θάνατος, ο πόνος η αδικία αποτελούν μυστήριο που η όποια απάντηση το διασαλεύει. Στις περιπτώσεις αυτές, η αλήθεια δεν εκφράζεται ως άποψη ή επιχείρημα, αλλά προσφέρεται ως ταπείνωση και κοινός πόνος. Η πορεία στο μεθόριο της ζωής και του θανάτου, του σκανδαλισμού και της δοξολογίας, του θαύματος και της αδικίας παρουσιάζει στροφές και κρυμμένες γωνιές, όπου διασφαλίζεται η αλήθεια της ζωής. Αν ξεφύγει κανείς τον πειρασμό να λυγίσει, τότε αντικρίζει την αλήθεια με τέτοια όψη, που ποτέ του δεν είχε καν φανταστεί. Ο πόνος, αν κάποιος καταφέρει να τον αγκαλιάσει, γεννά πρωτόγνωρες ευαισθησίες και ξεδιπλώνει πραγματικότητες που κανείς αλλιώς δεν τις βλέπει. Η πρόκληση δεν είναι να συμβούν γεγονότα και αποκαλύψεις· αυτά υπάρχουν. Η πρόκληση είναι να ανοίξει κανείς τα μάτια του για να μπορεί να τα αντικρύσει.

Είναι αναντίλεκτη αλήθεια δυστυχώς, συνήθως μόνο χάνοντας τα πολύ επιθυμητά, γνωρίζουμε και κερδίζουμε τα πολύ μεγάλα.

Σίγουρα ο πόνος και η αδικία δεν μπορούν να καταργήσουν την αγάπη του Θεού. Ο Θεός υπάρχει. Και είναι αγάπη και ζωή. Η τέλεια αγάπη και το πλήρωμα της ζωής. Και το μεγαλύτερο θαύμα της ύπαρξής Του με τον πόνο, την αδικία και τον θάνατο.
Ίσως και η μεγαλύτερη πρόκληση για τον καθένα μας να είναι η συνύπαρξη με τον δικό του προσωπικό πόνο, το ελπιδοφόρο σφιχταγκάλιασμα με τα βαθύτερα αυτά «γιατί», η ταπεινή εσωτερική περιχώρηση στην προσδοκία του Θεού μέσα από τις «αδικίες» που νομίζουμε πως Αυτός μας κάνει.

Προ καιρού με πλησίασε κάποια νεαρή κοπέλα που το καντηλάκι της ζωής της φαίνεται να τρεμοσβήνει. Μέσα στον αβάσταχτο πόνο της διέκρινα την ελπίδα. Μέσα από τα δακρυσμένα μάτια της αντίκρισα τη χαρά, τη δύναμη και τη σοφία.
- Θέλω να ζήσω, μου είπε. Αλλά δεν ήλθα για να μου το επιβεβαιώσετε. Ήλθα για να με βοηθήσετε να φύγω έτοιμη από αυτόν τον κόσμο.
- Εγώ είμαι παπάς της ζωής και όχι του θανάτου,
της απαντώ. Γι’ αυτό και θέλω να ζήσεις. Επίτρεψέ μου, όμως, να σε ρωτήσω κάτι: μέσα στη δοκιμασία σου, ρωτάς ποτέ «γιατί σε μένα, Θεέ μου;»
- Δεν σας καταλαβαίνω πάτερ μου λέει. Εγώ ρωτώ «γιατί όχι σε μένα, Θεέ μου; Και περιμένω όχι τον θάνατό μου, προσδοκώ τον φωτισμό μου!»

Νικολάου, Μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός, εκδ. Σταμούλη Α.Ε., σ.112-131

Σάββατο, 4 Σεπτεμβρίου 2010

Το νόημα του πόνου στη ζωή μας


Ο Πολυεύσπαλγχνος, Πανοικτίρμων, Πανάγαθος και Πολυέλαιος Θεός δεν εκδικείται και δεν τιμωρεί ποτέ. Δεν υπάρχει κακότητα στη Θεότητα, που είναι η αυτοαγαθότητα. Στον Θεό δε υπάρχει κοσμικό φρόνημα, ανθρώπινη δικαιοσύνη, νομική κατοχύρωση κι απαίτηση, αλλά πνεύμα αγάπης, που δεν μπορεί εύκολα να συλλάβει ο ανθρώπινος νους. Τα παιδέματα γίνονται πνευματικά παλαίσματα που ωραιοποιούν καταπληκτικά τον άνθρωπο ψυχικά και τον ωριμάζουν τέλεια. Ο σοφός Παροιμιαστής λέει πως όποιον αγαπά ο Θεός τον παιδεύει, μάλλον τον εκπαιδεύει. Ο σύγχρονος ορθολογιστής άνθρωπος αδυνατεί ν κατανοήσει το μεγαλείο αυτό της αγάπης του Θεού πατέρα, που παιδαγωγικά επισκέπτεται το πλάσμα του δια δοκιμασιών, για να το συνετίσει. Τώρα, αν άλλοι πειράζονται πολύ, αν και δίκαιοι, κι άλλοι διόλου, αν και άδικοι, δεν μπορούμε να δώσουμε απόλυτες ερμηνείες στα σχέδια του Θεού. Για τους δίκαιους οι αδικίες γίνονται αφορμές μεγαλύτερης αιώνιας δόξας και για τους άδικους παρατείνεται η ζωή τους για να μετανοήσουν.

Η προσευχή είναι ένα δυνατό βοήθημα στην αντιμετώπιση των ποικίλων πόνων της ζωής. Στην προσευχή γεννιέται η ελπίδα ότι η υπομονή στους πόνους αυτής της ζωής θα πληρωθεί στην άλλη ζωή. Αυτό δίνει μια μεγάλη και υπέροχη παρηγοριά στον κάθε αγωνιστή του παρόντος στίβου. Ο Θεός μας είναι θεός ελέους και οικτίρμων, δεν θα μας αφήσει απαραμύθητους και ανευλόγητους. Σ’ αυτή τη ζωή ακόμη θα μας δώσει τα προοίμια της αιώνιας δόξας και της ανεκλάλητης χαράς της Βασιλείας Του.

Δίχως Θεό ο άνθρωπος είναι ανέλπιδος και μη πιστεύοντας στην ανταπόδοση της άλλης ζωής ο πόνος της παρούσης είναι ανοημάτιστος. Τα βάσανα κι οι καημοί, οι πόνοι και τ’ άλγη, οι οδύνες και οι στεναγμοί, γίνονται βουνά αβάσταχτα, που πλακώνουν τον άνθρωπο, τον λυγίζουν, τον γονατίζουν, τον μελαγχολούν, τον απομονώνουν και τον νεκρώνουν πρόωρα. Έτσι χάνει τη χαρά και της παρούσης και της άλλης ζωής. Ενώ ο πιστός είναι πάντα ελπιδοφόρος και εμπιστευόμενος τον Χριστό ενισχύεται, ενδυναμώνεται, αναπτερώνεται· το βαρύ και πικρό του πόνου γίνεται ελαφρό και γλυκό. Μαθαίνει τα χούγια του Θεού κι αισθάνεται μυστικά την πικρότητα των δοκιμασιών, των πειρασμών και των περιπετειών να μετατρέπεται σε γλυκιά ψυχική υγεία. Αισθάνεται τότε ότι η προσευχή του εισακούστηκε, ο Θεός επείδε στη δέηση του, δεν του ήρθαν όπως τα ήθελε ο Θεός αλλά όπως τα ήθελε ο ίδιος.

Ο αφοσιωμένος στον Θεό άνθρωπος θα γεύεται τον παράδεισο από εδώ, ακόμη και μέσα από κακουχίες, ταλαιπωρίες και αντιξοότητες, θα δοξάζει τον Θεό και θα τα δέχεται όλα τα οδυνηρά ως ευεργετικές επισκέψεις του, θα πλημμυρίζει από ευφροσύνη και πνευματική αγαλλίαση και ας μην είναι φτασμένος, ονομαστός, διάσημος, πλούσιος και δυνατός.Η αγάπη του στον Θεό θα τον καίει και η αγάπη του Θεού θα του πυρπολεί την καρδιά, ώστε να μην αφήσει χώρο για καμιά άλλη ξένη αγάπη. […]

Ωφέλιμο επίσης είναι τον πόνο μας να τον συγκρίνουμε με τον μεγαλύτερο και θα ισορροπούμε. Παραπονιόμαστε για το φαγητό, όταν άλλοι πεθαίνουν της πείνας, για ένα πονοκέφαλο, όταν άλλοι δεν επικοινωνούν διόλου ύστερα από εγκεφαλικά κι εγχειρήσεις. Τα παιδιά Του ο Θεός τα θέλει ταπεινά κι αρχοντικά, φιλότιμα κι ελεύθερα, ντόμπρα κι αληθινά. Αγαπά πολύ την γνησιότητα, την ακεραιότητα, το ανυπόκριτο, το νηφάλιο, το διακριτικό.

Όπως επίσης πολύ εκτιμά ο Θεός και θα επιβραβεύσει πλούσια την ψυχή που μακαρίζει, ευλογεί, συγχωρεί και μάλιστα προσεύχεται γι’ αυτούς που της προσέφεραν πόνο, την έβλαψαν, την δίωξαν, την κακολόγησαν, την εξέθεσαν, την πίκραναν και την ταλαιπώρησαν. [...]

Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Ο Άγιος Πόνος, Μαθητεία στην επίσκεψη του πόνου στη ζωή μας, εκδ. Κέντρου Βιοϊατρικής Ηθικής και Δεοντολογίας
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...