Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Απολυτίκιο των Τριών Ιεραρχών



Ἀπολυτίκιον (Ἦχος α’)
Τούς τρεῖς μεγίστους φωστῆρας τῆς Τρισηλίου θεότητος, τούς τήν οἰκουμένην ἀκτῖσι δογμάτων θείων πυρσεύσαντας, τούς μελιῤῥύτους ποταμούς τῆς σοφίας, τούς τήν κτίσιν πᾶσαν θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας, Βασίλειον τόν μέγαν, καί τόν Θεολόγον Γρηγόριον, σύν τῷ κλεινῷ Ἰωάννη, τῷ τήν γλῶτταν χρυσοῤῥήμονι, πάντες οἱ τῶν λόγων αὐτῶν ἐρασταί, συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν· αὐτοί γάρ τῇ Τριάδι, ὑπέρ ὑμῶν ἀεί πρεσβεύουσιν.

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Το περί Θεού ερώτημα



Το περί Θεού ερώτημα είναι πανανθρώπινο και διαχρονικό

Οι άνθρωποι όλων των εποχών αναζήτησαν τον Θεό και προσπάθησαν να Τον προσεγγίσουν και στη μορφή και στην ουσία, έστω κι αν είναι ανέφικτο. Και αυτό ήταν πολύ φυσικό, αφού ο άνθρωπος οφείλει την ύπαρξή του σ' Αυτόν.

Η επίτευξη όμως του στόχου παρέμεινε πάντα στα επίπεδα της προσωπικής προσπάθειας του καθενός, αφού και η ένταξή μας σε μια θρησκεία εξυπακούει αποδοχή της συγκεκριμένης θεότητας και όχι την προσωπική μας σχέση με τον Θεό. Πολλές φορές μάλιστα εμείς οι άνθρωποι προκειμένου να ξεφύγουμε από το «μάτι» του Θεού, προτιμούμε να μην υπάρχει, προτιμούμε να ζούμε χωρίς Θεό. Ίσως μάλιστα να νομίζουμε πως αυτό μας βολεύει. Άλλοι πάλιν, λίγοι ή πολλοί, ομολογούμε πίστη σ' ένα Θεό χωρίς όμως να φροντίζουμε να Τον γνωρίζουμε.

Δεν θα είμαι υπερβολικός, μα ούτε και ακραίος, αν ισχυριστώ ότι στην περίπτωση αυτή ουσιαστικά δεν πιστεύουμε. Απλώς έχουμε την καλή διάθεση να δεχτούμε στη ζωή μας την ύπαρξη ενός Θεού, μιας ανώτερης δύναμης. Αυτό όμως, είναι πίστη; Η πίστη είναι προϊόν, αποτέλεσμα της αγάπης. Και η αγάπη κινείται πάντα σε ένα προσωπικό επίπεδο. Είναι αδύνατο λοιπόν, να μπορέσουμε να αγαπήσουμε ένα άγνωστο πρόσωπο, πολύ δε περισσότερο μια αφηρημένη, άπιαστη δύναμη. Και όμως, ο Θεός μας, ο Θεός των χριστιανών, είναι Θεός προσωπικός (ένας Θεός, Τρία Πρόσωπα) και μπορούμε να Τον γνωρίσουμε και να δημιουργήσουμε προσωπική σχέση μαζί Του. Εκείνο του χρειάζεται για μια τέτοια σχέση είναι, να ανοίξουμε την καρδιά μας να Τον δεχτούμε, όπως μας δέχεται Αυτός.

Τούτο όμως, είναι πολύ δύσκολο να το καταλάβουμε. Και αυτό γιατί πέραν από το γεγονός ότι σε πλείστες περιπτώσεις αμφισβητούμε τόσο την παρουσία Του, όσο και την ύπαρξή Του και ο ίδιος ο Θεός δεν επιθυμεί να κάνει αισθητή την παρουσία Του μέσα από εκπληκτικά φυσικά φαινόμενα, όπως τυφώνες ή σεισμούς, μα ούτε και μέσα από θαύματα που να εκπλήσσουν. Ο Θεός βρίσκεται κοντά μας, γύρω μας, μέσα μας, ανεπαίσθητα ως η λεπτή αύρα, κατά τον προφήτη Ηλία.

Πιο απλά, ο Θεός δεν επιδιώκει να κάνει εμφανή την παρουσία Του για να εντυπωσιάσει, να πείσει, ή ακόμη να εκφοβίσει. Όλα αυτά είναι ξένα σε ένα Θεό, που είναι ΑΓΑΠΗ (Ο Θεός αγάπη εστίν).

Και όταν λέμε ότι ο Θεός είναι αγάπη, σημαίνει ότι ο Θεός είναι καλός, στοργικός, αγαθός και προς εκείνους που Τον παρακούνε και Τον αγνοούν. Αυτό θα πει αγάπη. Να αγαπάς τον άλλον όπως είναι και όχι όπως τον θέλεις. Αγάπη και ελευθερία πάνε μαζί, είναι αχώριστα, γιατί είναι βασικά γνωρίσματα του Θεού και κατ' επέκτασιν του ανθρώπου, τον οποίον ο Θεός έπλασε κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσίν Του. Έτσι, όταν ο άνθρωπος κάνει κατάχρηση της ελευθερίας του και περιφρονεί, βρίζει και αποστρέφεται τον Θεό, τον ίδιο τον Δημιουργό του, ο Θεός και τότε δεν αίρει την αγάπη Του από αυτόν, δεν ανταποδίδει κακό στο κακό. Και αυτό, γιατί ο Θεός δεν μπορεί να ανακαλέσει τον εαυτό Του. Οι «τιμωρίες» (δοκιμασίες) που μας βρίσκουν στη ζωή είναι μέσα αγάπης για διόρθωση, εφ' όσον κάτι μπορεί να διορθωθεί και να θεραπευθεί σε αυτήν τη ζωή.

Το πρόβλημά μας λοιπόν, δεν θα έπρεπε να είναι, πού βρίσκεται ο Θεός ή τι κάνει ο Θεός, αλλά τι κάνουμε εμείς. Πόσο εμείς μπορούμε να αγαπήσουμε, άρα να αποδεχθούμε και τον Θεό και τον συνάνθρωπό μας. Εξ άλλου η αγάπη του Θεού είναι δεδομένη και γνωστή αφού, «ο Θεός τόσο πολύ αγάπησε τον κόσμο, ώστε παρέδωσε στον θάνατο τον μονογενή Του Υιό, για να μη χαθεί όποιος πιστεύει σ' αυτόν, αλλά να έχει ζωή αιώνιον» (Ιω. γ' 16). Και ο Υιός Του δεν είναι άλλος από τον Θεάνθρωπον Ιησού Χριστόν [...]


Πέτρος Πρωτοπαπάς
περιοδικό Φοιτητικό κλικ, Δεκέμβριος 2005, σ. 56

Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Προσευχές - κραυγές!


ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ ΙΔ' ΛΟΥΚΑ

«και εβόησεν λέγων. Ιησού υιέ Δαυίδ, ελέησόν με. Και οι προάγοντες επετίμων αυτώ ίνα σιωπήσει. Αυτός δε πολλώ μάλλον έκραζεν. Υιέ Δαυίδ ελέησόν με.»

Τυφλός λοιπόν και ο Βαρτίμαιος όπως όλοι μας, μόνο που αυτός είχε την σωματική και όχι την πνευματική τύφλωση. Δεν έβλεπε με τα μάτια του σώματος, αλλά έβλεπε με τα μάτια της ψυχής. (το όνομά του το αναφέρει ο Μάρκος)

Πολλοί νομίζουμε ότι το κυριότερο είναι τα μάτια του σώματος, αλλά όταν είσαι πνευματικά τυφλός τα σωματικά μάτια δεν πρόκειται να σε ωφελέσουν. Μπορεί και να σε καταστρέψουν! Είδε λοιπόν τον Χριστό και κατάλαβε ότι ήταν η ευκαιρία της ζωής του, γι' αυτό και το πέτυχε. (την άρπαξε από τα μαλλιά). Τι πέτυχε; Ό,τι ζητούσε το έλαβε ο Βαρτίμαιος. Ήθελε το φως του, γιατί είχε γι' αυτόν μεγάλη σημασία (δεν ήταν εκ γενετής τυφλός) και έτσι βγήκε από μέσα του η ευχή, που δεν είναι παρά η μετέπειτα ΝΟΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ.

Έκανε λοιπόν ευχή προς τον Χριστό. Αν προσέξετε αυτό το οποίο ο Βαρτίμαιος είπε προς τον Χριστό, είναι η ευχή του Ιησού.

Η ευχή είναι «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Εδώ λέει «Ιησού, Υιέ Δαυίδ», που σημαίνει Κύριε, «ελέησόν με» είναι η ευχή. Η ευχή λοιπόν είναι εκείνη που κάνει τον Χριστόν να στρέφεται προς εμάς, και όχι η ακρόαση των λόγων Του, αν κάνουμε συγκεντρώσεις στο όνομά Του, αν μελετάμε βιβλία θρησκευτικά και διάφορα άλλα. Εάν Τον φωνάζουμε. Και αν προσέξετε, δεν μίλησε απλώς «Ιησού ελέησόν με» αλλά εβόησε λέει, έβγαλε κραυγή ο Βαρτίμαιος, έτσι λέει το κείμενο από την αρχή. Ξεκίνησε με βοή και εβόησε λέγων, και στο τέλος λέει: αυτός δε πολλώ μάλλον έκραζε «Υιέ Δαυίδ ελέησόν με». Ώστε η προσευχή που έχει άμεσα αποτελέσματα πρέπει να είναι βοή, πρέπει να είναι κραυγή προς Τον Χριστό. Δεν πρέπει να είναι κάτι το συνηθισμένο, κάτι το κρύο, το χλιαρό, το τυπικό, κάτι που το παίρνουμε συνήθεια και καμιά φορά όταν προσευχόμαστε σκεφτόμαστε και άλλα πράγματα. Και για να είναι κραυγή η ευχή του κομποσχοινιού, είτε γίνεται με το κομποσχοίνι, είτε όχι, για να είναι κραυγή προς τον Χριστό, ένα από τα δύο πρέπει να συμβαίνει. Ή να βρισκόμαστε σε μεγάλη απελπισία, όπως ήτανε ο τυφλός, είτε να αγαπάμε πολύ τον Χριστό.

Στην πρώτη περίπτωση ήταν ο Βαρτίμαιος, που χρόνια άκουγε για τον θεραπευτή που άνοιγε τα μάτια και δεν μπορούσε να τον δει, και εκείνη την στιγμή περνούσε από μπροστά του και δεν ήξερε αν θα ξανάρθει στη ζωή του η ευκαιρία να ξαναπεράσει από κοντά του ο Χριστός. Καταλαβαίνετε σε τι απελπισία είχε έρθει ο άνθρωπος, όταν προχωρούσε και εχάνετο. Έχανε την ευκαιρία της ζωής του. Ήταν δυνατόν λοιπόν να κάνει προσευχή όπως κάνουμε εμείς και σκεφτόμαστε άλλα; Ήτανε κεντρικό πρόβλημα της ζωής του και είχε ανάγκη από αυτό και θα ήτανε η απελπισία της ζωής του αν το έχανε.

Δικαιολογείται λοιπόν να μιλήσει ταπεινά και χλιαρά; Έκραξε ο άνθρωπος, εβόησε ο άνθρωπος. Και έτσι θέλει ο Χριστός. [...] Κάθε προσευχή έχει αποτελέσματα και η χλιαρή προσευχή και η μηχανική προσευχή που γίνεται έχει κάποιο αποτέλεσμα, θα το δούμε και στη συνέχεια, έχει κάποιο αποτέλεσμα. Δεν πάει χαμένη, καταγράφεται. Αλλά οι προσευχές που έχουν άμεσα αποτελέσματα όπως του Βαρτιμαίου, είναι κραυγές, είτε κραυγές απελπισίας είτε κραυγές αγάπης προς τον Χριστό. Οι μεγάλοι άγιοι, οι Θεομένοι που αγαπούσαν τον Χριστό, εβόουν προς Αυτόν. Δεν μιλούσαν όπως εμείς. Όπως έχουμε συνηθίσει να προσευχόμαστε και όταν νυστάζουμε να μην το κάνουμε και το απόδειπνο ή να κάνουμε το μισό ή να κάνουμε τον σταυρό μας και να πέφτουμε στο κρεβάτι. Εβόουν, άλλοι από την απελπισία τους, όπ ως είναι ο Βαρτίμαιος, και άλλοι από την μεγάλη αγάπη τους προς τον Χριστό.

Η κραυγή, η βοή, δεν είναι ανάγκη να ακούγεται με το στόμα. Εδώ που ήτανε παρόν σωματικά και άκουε τον Χριστό, δικαιολογείται να ήτανε κραυγή με το στόμα. Διότι τον άκουε, ήταν παρών μπροστά ο Ιησούς και τον έβλεπαν όλοι. Όταν όμως ο Ιησούς είναι παρών εν πνεύματι, όπως είναι σήμερα, δηλαδή δεν τον βλέπουμε με τα μάτια μας, τότε η κραυγή μπορεί να μην ακούγεται κιόλας από τους άλλους, να είναι μυστική, αλλά να είναι βοή, να είναι κραυγή, κι ας μην ακούμε τίποτα. Αυτή είναι η προσευχή, η ευχή του Ιησού που όταν φτάσει στα μεγάλα στάδια γίνεται νοερά προσευχή όπως την λέμε.

Θέλετε ένα παράδειγμα;

Όταν ο Μωυσής βγήκε από την Αίγυπτο, και βάδιζε στην έρημο και είχε φτάσει σε στιγμή απελπισίας γιατί είχε επαναστατήσει ο λαός, και 'θελαν να φάνε και ζητάγανε χίλια δύο πράγματα, και να τον εκτελέσουν και τον Μωυσή, μέσα στην σκηνή του μαρτυρίου, μέσα στην αγωνία του και την απελπισία του τι να κάνει τα εκατομμύρια του λαού, του επαναστατημένου, εκεί μες την έρημο, προσηύχετο προς τον Θεό, αλλά λέει η γραφή, δεν ακουγόταν τίποτα. Και απήντησε μες την σκηνή του μαρτυρίου ο Θεός: τι βοάς προς με; Αυτός δεν μιλούσε, κανείς δεν άκουγε τίποτα. Αλλά ο Θεός άκουσε βοή, να έρχεται από τον Μωυσή. Έτσι είναι η ευχή αγαπητοί αφ’ ότου ανελήφθη ο Ιησούς και δεν τον βλέπουμε με τα σωματικά μάτια. Η προσευχή, η νοερά για να έχει άμεσα αποτελέσματα, η προσευχή του κομποσχοινιού, είτε γίνεται με το κομποσχοίνι είτε και χωρίς, η ευχή του Ιησού πρέπει να είναι βοή και κραυγή μυστική μέσα μας. Και ένα από τα δύο πρέπει να προϋπάρχουν για να συμβεί αυτό. Ή να βρισκόμαστε σε μεγάλη απελπισία, ή να αγαπάμε πάρα πολύ τον Χριστό.

Τους 4 όρους των αμέσων αποτελεσμάτων της προσευχής, θα μας τους πει, όταν είναι θέμα αγάπης προς τον Χριστόν, το πως η ευχή έχει άμεσα αποτελέσματα, ο Μακάριος ο μέγας ο Αιγύπτιος. «Η μη η ταπεινοφροσύνη και η αγάπη, η απλότης και η αγαθότης κατακοσμούσιν ημίν την ευχή, η ευχή αύτη μάλλον δε το πρόσχημα ευχής, ελάχιστα ημάς ωφελείν δύναται.»

Οι άγιοι συγκεντρώνουν και τους 4 όρους γιαυτό και έχουν άμεσα αποτελέσματα. Εμείς το κατά δύναμιν.

ΑΜΗΝ


π. Νικ. Φαναριώτης (εφημ. Ι.Ν. Οσ. Λουκά Πατρών)

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε...


«Eν τω κόσμω θλίψιν έξετε,
αλλά θαρσείτε
εγώ νενίκηκα τον κόσμο»

Θλίψη...

Μέσα από την αρρώστια, μέσα από την φτώχεια, μέσα από την ανεργία, μέσα από την αδικία, μέσα από τις παρεξηγημένες σχέσεις μας.

Ε και λοιπόν; Μήπως δεν ξέρουμε πως η κάθε μία από τις θλίψεις είναι και ένα τεράστιο βήμα προς την αγκαλιά του Πατέρα μας;

Τι σόι ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ; Στις ανέσεις μόνο; Στην ευημερία; Στα λόγια; Στη βόλεψή μας; Σε τι διαφέρουμε από τους άπιστους όταν ελεούμε από το περίσσευμά μας; Όταν αγαπάμε και φροντίζουμε μόνον αυτούς που μας αγαπούν; Όταν η χαρά του Χριστού μας χάνεται από τις καρδιές και από την ζωή μας στα ζόρικα;

Ποια είναι Η ΖΩΗ ΜΑΣ; Πόσες και ποιες ομοιότητες έχει με του Θεανθρώπου; Πόσο εξευτελιστήκαμε, πόσο αγαπήσαμε, πόσο ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΗΚΑΜΕ, πόσο δοκιμαστήκαμε από τον σατανά και αντέξαμε, πόσο νηστέψαμε και κλάψαμε για τους άλλους τους αδελφούς μας (όχι για τον εαυτούλη μας...), πόσο διακονήσαμε, πόσο αφιερωθήκαμε στα πλάσματα γύρω μας τα χαμένα που με τόση δίψα αναζητούν την ΑΓΑΠΗ, τη ΘΕΡΑΠΕΙΑ, την ΑΓΚΑΛΙΑ, τον ΚΑΛΟ ΤΟΝ ΛΟΓΟ, την συμπαράσταση, ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΑΣ...

Και στο λιθαράκι που λέγεται «αρρώστια», ή «ανεργία», ή «ανέχεια» ή ακόμα και ΘΑΝΑΤΟΣ, ξεχάσαμε τη Θεϊκή μας καταγωγή; Την αρχοντιά μας; Ξεχάσαμε πως δεν ζούμε για να ζούμε αλλά ζούμε για να υπηρετούμε; Ζούμε για να δοξάζουμε! Ζούμε για να χαιρόμαστε την ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΤΗ ΜΟΝΑΔΙΚΗ σε αισθήσεις και νοήματα.

Ζούμε για να απολαμβάνουμε μια ΑΓΑΠΗ ζωοφόρα που ξεκουράζει τον κάθε αδελφό μας, την κάθε ψυχούλα που ζει μακριά Του και δεν απολαμβάνει τα ουράνια όπως εμείς;

Πού είναι η πίστη μας; «Τα πετεινά του ουρανού»;... «Τα ταπεινά αγριολούλουδα» τα χρυσοστολισμένα; Η αιμορροούσα; Ο Ιάειρος;

Μήπως και μας χρειάζεται ένα δυνατό χαστούκι για να συνέλθουμε και να πάψουμε να ανησυχούμε για τα επίγεια, ανούσια και μικρά που μας κλείνουν τον δρόμο της πνευματικής μας ανόδου; Μήπως η προσευχή μας κατάντησε μια ζητιανιά, μια κραυγή αγωνίας και απιστίας;

Μήπως πλανηθήκαμε από τις έγνοιες του κόσμου τούτου και αφήσαμε από την καρδιά μας τα λόγια του Κυρίου μας; Τα λόγια του Ευαγγελίου; Τις συμβουλές και τις παραινέσεις των Αγίων και Μαρτύρων μας;

Μήπως η σημερινή (και η χθεσινή και η προπολεμική και δεν συμμαζεύεται) κατάσταση της κοινωνίας που ζούμε μας θόλωσε την ΠΟΡΕΙΑ μας; Μήπως τα γήινα και τα προσωρινά μάς αφαίρεσαν πολλά από τη Θεϊκή μας ρότα;

Ας λογαριαστούμε με την καρδιά μας

Ας λογαριαστούμε με τον εαυτούλη μας

Ας ξεφύγουμε από τη μοίρα του αδελφού του ασώτου της παραβολής και ΑΣ ΘΥΜΗΘΟΥΜΕ μέσα στις πολλές και ΑΣΚΟΠΕΣ ΚΑΙ ΑΝΟΗΤΕΣ έγνοιες μας...

Ρωμ. ε' 3-5 οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν, εἰδότες ὅτι ἡ θλῖψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα,
ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει, ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος Ἁγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν.

Β' Κορ. δ' 17 τὸ γὰρ παραυτίκα ἐλαφρὸν τῆς θλίψεως ἡμῶν καθ᾿ ὑπερβολὴν εἰς ὑπερβολὴν αἰώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ἡμῖν,
μὴ σκοπούντων ἡμῶν τὰ βλεπόμενα, ἀλλὰ τὰ μὴ βλεπόμενα. τὰ γὰρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τὰ δὲ μὴ βλεπόμενα αἰώνια.


Λουκ. η' 15 τὸ δὲ ἐν τῇ καλῇ γῇ, οὗτοί εἰσιν οἵτινες ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ ἀκούσαντες τὸν λόγον κατέχουσι καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ.


Ιακ. α' 2-4 Πᾶσαν χαρὰν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις,
γινώσκοντες ὅτι τὸ δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως κατεργάζεται ὑπομονήν·
ἡ δὲ ὑπομονὴ ἔργον τέλειον ἐχέτω, ἵνα ἦτε τέλειοι καὶ ὁλόκληροι, ἐν μηδενὶ λειπόμενοι.


Εβρ. ι' 35-39 Μὴ ἀποβάλητε οὖν τὴν παῤῥησίαν ὑμῶν, ἥτις ἔχει μισθαποδοσίαν μεγάλην.
ὑπομονῆς γὰρ ἔχετε χρείαν, ἵνα τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ποιήσαντες κομίσησθε τὴν ἐπαγγελίαν.
ἔτι γὰρ μικρὸν ὅσον ὅσον, ὁ ἐρχόμενος ἥξει καὶ οὐ χρονιεῖ.
ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται· καὶ ἐὰν ὑποστείληται, οὐκ εὐδοκεῖ ἡ ψυχή μου ἐν αὐτῷ.
ἡμεῖς δὲ οὐκ ἐσμὲν ὑποστολῆς εἰς ἀπώλειαν, ἀλλὰ πίστεως εἰς περιποίησιν ψυχῆς.


Ψαλμ. ,ρλζ'(137) 7-8 ἐὰν πορευθῶ ἐν μέσῳ θλίψεως, ζήσεις με· ἐπ᾿ ὀργὴν ἐχθρῶν μου ἐξέτεινας χεῖράς σου, καὶ ἔσωσέ με ἡ δεξιά σου.
Κύριος ἀνταποδώσει ὑπὲρ ἐμοῦ. Κύριε, τὸ ἔλεός σου εἰς τὸν αἰῶνα, τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου μὴ παρίδῃς.


Ψαλμ. πδ'(84) 11 ἔλεος καὶ ἀλήθεια συνήντησαν, δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη κατεφίλησαν·


Δαν. στ' 16 Τότε ὁ βασιλεὺς εἶπε καὶ ἤγαγον τὸν Δανιὴλ καὶ ἐνέβαλον αὐτὸν εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων· καί εἶπεν ὁ βασιλεὺς τῷ Δανιήλ· ὁ Θεός σου, ᾧ σὺ λατρεύεις ἐνδελεχῶς, αὐτὸς ἐξελεῖταί σε.


Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

Οι τελευταίες στιγμές του γέροντα Πορφύριου

Οι μοναδικές κι ευλογημένες εμπειρίες του πατρός Ακάκιου κατά τις τελευταίες στιγμές και την κοίμηση του γέροντά του Πορφύριου Καυσοκαλυβίτη.

Μέρος Α'


Μέρος Β'



Πηγή βίντεο: κανάλι enoriaAZ

Για περισσότερα βλ.:
Ο Γέροντάς μου ο π. Πορφύριος (Πηγή: Καθοδόν)

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

Το κακό είναι η απουσία του Θεού



Όπως το κρύο είναι η απουσία θερμότητας και το σκότος η απουσία του φωτός, έτσι και το κακό είναι η απουσία της αγάπης του Θεού.


Πηγή βίντεο: κανάλι enoriaAZ

Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Αφιερωμένο...


Ο Γέροντας μας, Ιωσηφ Βατοπαιδίου κλέος,
υπήρξε γόνος εκλεκτός ησυχαστής σπουδαίος.
Η Κύπρος τον εγέννησε η νήσος των Αγίων
στο Σταυροβούνι ξεκινά να ζήσει θείον βίον.

Η Θεία Πρόνοια σοφά στου Άθωνα τα μέρη
τον πάει για να καταστεί της νηπτικής αστέρι.
Παρά τους πόδας μέγιστου και έμπειρου Αγίου
που καρδιακά την προσευχή την είχε δια βίου.

Πλησίον του μαζεύτηκαν παιδιά πολλά να ζήσουν
και τον Χριστό τους δίδασκε πώς να τον αγαπήσουν
Ανάμεσα σε αυτούς ήταν κι ο γέροντάς μας που την
ευχή του έδωσε βαθιά εις την καρδιά μας.

Εμείς εδώ ήρθαμε για να σας ευχηθούμε
πεφιλημένε γέροντα από σας να βλογηθούμε.
Ευχόμαστε από καρδιάς υγεία, ευλογία

του γέροντα σας η ευχή παρηγοριάς ακτίνα.


Αφιερωμένο στον Ποιμενάρχη μας,
από τα παιδιά της Κατασκήνωσης του Σαϊττά

Ο Μέγας Αθανάσιος


Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας, γεννήθηκε κατά το έτος 295 μ.Χ στην Αλεξάνδρεια από Χριστιανούς γονείς. Έτυχε επιμελημένης εκπαιδεύσεως φιλοσοφικής και θεολογικής. Κατά τη νεανική του ηλικία συνδέθηκε με τον Μέγα Αντώνιο και ασκήτευσε μαζί του στην έρημο. Στην αρχή χειροθετήθηκε αναγνώστης της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας και το 318 μ.Χ ήταν ήδη διάκονος. Το έτος 325 μ.Χ συνοδεύει τον γέροντα Πατριάρχη Αλεξανδρείας Αλέξανδρο στη Νίκαια, όπου συγκλήθηκε η Α’ Οικουμενική Σύνοδος, «του χορού των διακόνων ηγούμενος». Εκεί, χάρη στη μόρφωσή του και μάλιστα στη θερμουργό και ακλόνητη πίστη του, αναδείχθηκε ένας από τους θαρραλέους αγωνιστές κατά της αιρέσεως του Αρείου. Μάλιστα δε, όπως αποφάνθηκε η εν Αλεξανδρεία Σύνοδος του 399 μ.Χ., κυρίως ο Αθανάσιος «την νόσον του Αρειανισμού έστησεν». Κανένας, ίσως, άλλος από τους Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας, της περιόδου εκείνης, δεν αντιμετώπισε τόσο σπουδαία εκκλησιαστικά και θεμελιώδη προβλήματα της Εκκλησίας, όπως ήταν τα περί Θεού, κόσμου, ανθρώπου, δημιουργίας, τριαδολογίας, ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, σωτηρίας, χριστολογίας, πνευματολογίας, Οικουμενικής Συνόδου κ.α.

Η φήμη του Αθανασίου εδραιώθηκε τόσο πολύ κατά τη Σύνοδο της Νίκαιας, ώστε μετά από λίγο, όταν πέθανε ο γέροντας Πατριάρχης Αλεξανδρείας Αλέξανδρος (κοιμήθηκε 17 Απριλίου 328 μ.Χ.), εξελέγη Επίσκοπος Αλεξανδρείας πιθανότατα τον ίδιο χρόνο. Ο Μέγας Αθανάσιος, κατά τα 46 έτη της αρχιερατείας του, υπήρξε ο στύλος της Εκκλησίας και ο κατ’ εξοχήν Πατήρ της Ορθοδοξίας. Μερίμνησε δραστήρια για την οργάνωση της Εκκλησίας του. Περιηγούμενος την επαρχία του, μετέβη στη Θηβαΐδα, την Πεντάπολη, την Κάτω Αίγυπτο για να δει από κοντά τις ανάγκες του ποιμνίου του, το οποίο τον υποδεχόταν παντού με ενθουσιασμό. Εγκαθιστούσε στις διάφορες πόλεις άξιους και ικανούς Επισκόπους, μεταξύ των οποίων και τον Άγιο Φρουμέντιο (τιμάται 30 Νοεμβρίου), τον οποίο χειροτόνησε Επίσκοπο Αξώμης.

Όμως, οι Αρειανοί, δημιούργησαν πολλές ταραχές και οχλήσεις στον Άγιο, τον οποίο συκοφαντούσαν. Ο Άγιος εξορίστηκε πέντε φορές και διήλθε περισσότερα από δεκαέξι χρόνια της αρχιερατείας του στην εξορία. Εσύρθη κατ’ επανάληψη από τους Αρειανούς ενώπιον Συνόδων και καθαιρέθηκε. Καταδιώχθηκε από αυτοκράτορες, υπέφερε ανεκδιήγητες ταλαιπωρίες και στερήσεις, είδε πολλούς από τους συνεργάτες του να υποκύπτουν στις πιέσεις και την βία των Αρειανών και τον Επίσκοπο Ρώμης Λιβέριο (352-366 μ.Χ) να υπογράψει αρειανικό όρο πίστεως, για να αποφύγει την εξορία. Ήλθαν στιγμές, κατά τις οποίες ο χριστιανικός κόσμος φαινόταν αντίθετος προς τον Άγιο, αλλά αυτός ποτέ δεν κάμφθηκε και αγωνιζόταν για την αλήθεια. Αφορμή για τις διώξεις κατά του Αγίου, έδωσε η άρνησή του να αποκαταστήσει στην εκκλησιαστική κοινωνία τον υπό της Α’ Οικουμενικής Συνόδου καθαιρεθέντα Άρειο, ο οποίος παρουσιαζόταν υποκριτικά ως αποδεχόμενος την ορθόδοξη διδασκαλία. Όταν ο Άρειος ανακλήθηκε από την εξορία υπέβαλε το 330 ή 331 μ.Χ. ομολογία πίστεως, στην οποία απέφυγε επιμελώς να αναφέρει τις αρειανικές εκφράσεις. Ο Άγιος Αθανάσιος είδε την απάτη και το δόλο του Αρείου και αρνήθηκε κατηγορηματικά να δεχθεί σε κοινωνία τον Άρειο παρά τη διαταγή του αυτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου. Μετά την άρνηση του Αγίου, οι εχθροί του άρχισαν να οργανώνουν συστηματικά τον κατ' αυτού αγώνα. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, αν και τιμούσε τον Άγιο Αθανάσιο για το ήθος και το θάρρος του, παρασύρθηκε τελικά από τις συνεχείς εναντίον του μηχανορραφίες των Αρειανών και διέταξε τη σύγκλιση Συνόδου στην Καισάρεια, το 335 μ.Χ., με σκοπό την εξέταση των κατηγοριών κατά του Αθανασίου. Η Σύνοδος τελικά συγκλήθηκε στην Τύρο της Φοινίκης. Ο Αθανάσιος συνήλθε στη Σύνοδο, στην οποία παρέστησαν 60 Αρειανοί Επίσκοποι. Οι κατηγορίες δεν ήταν δυνατόν να σταθούν παρά τα εφευρήματα των αιρετικών.

Επειδή, όμως, έγινε αντιληπτό ότι οι εχθροί του Αθανασίου ζητούσαν να τον φονεύσουν, οι άνθρωποι του βασιλέως, που είχαν επιφορτισθεί την τήρηση της τάξεως και της ειρήνης, τον φυγάδευσαν κρυφά. Έτσι κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη και ζήτησε να δει τον αυτοκράτορα, ο οποίος λόγω των διαβολών, αρνήθηκε να τον δεχθεί σε ακρόαση και διέταξε την εξορία του στη Γαλατία. Επανήλθε στην έδρα του μετά το θάνατο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στις 23 Νοεμβρίου 337 μ.Χ. Πλην όμως και πάλι οι εχθροί του άρχισαν τις κατ’ αυτού διαβολές και συκοφαντίες. Τότε ο Αθανάσιος συγκάλεσε Σύνοδο στην Αλεξάνδρεια, το 339 μ.Χ στην οποία έλαβαν μέρος 100 Επίσκοποι. Οι εχθροί του τότε, συγκρότησαν αρειανική Σύνοδο στην Αντιόχεια, η οποία τον καθαίρεσε και όρισε ως Επίσκοπο Αλεξανδρείας τον Ευσέβιο τον Εμισηνό, αντ’ αυτού δε, επειδή δεν αποδέχθηκε την εκλογή, τον Καππαδόκη Γρηγόριο, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια διά της βίας μετά την απομάκρυνση του Αγίου Αθανασίου.

Τότε ο Άγιος κατέφυγε στη Ρώμη, όπου ευρίσκονταν και άλλοι εξόριστοι ιερείς και Επίσκοποι. Εκεί, τον δέχθηκαν όλοι με τιμή και αναγνώρισαν τους αγώνες του υπέρ της Ορθοδοξίας. Έτσι, ο Πάπας Ιούλιος Συγκάλεσε, το έτος 341 μ.Χ., Σύνοδο, η οποία αναγνώρισε τον Άγιο Αθανάσιο ως κανονικό Επίσκοπο Αλεξανδρείας και τον κήρυξε αθώο από όλες τις κατηγορίες των εχθρών του. Όταν το 345 μ.Χ. πέθανε ο Αλεξανδρείας Γρηγόριος, κατόπιν υποδείξεως του Κώνσταντος, ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος ανακάλεσε τον Άγιο Αθανάσιο από την εξορία.

Ο Άγιος επέστρεψε γενόμενος δεκτός θριαμβευτικά από το ποίμνιό του. Αλλά και αυτή τη φορά μόνο για λίγο έμεινε αδιατάρακτος στην έδρα του, διότι μετά την δολοφονία του Κώνσταντος, το έτος 350 μ.Χ., ο Κωνστάντιος, πεισθείς σε νέες διαβολές και πιέσεις των φίλων των Αρειανών, καταδίκασε συνοδικώς τον Άγιο Αθανάσιο. Απέστειλε μάλιστα και στρατιώτες, για να τον συλλάβουν την νύκτα της 9ης Φεβρουαρίου 356 μ.Χ., ενώ τελούσε παννυχίδα με πλήθος πιστών στο Ναό του Αγίου Θεωνά. Ο Άγιος φυγαδεύτηκε στην έρημο, όπου παρέμεινε έξι χρόνια, παρακολουθώντας τις κινήσεις και ενέργειες των Αρειανών και στηρίζοντας τους κλονιζόμενους Χριστιανούς.

Τέλος, επί αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτου (361-363 μ.Χ.) μπόρεσε να επανέλθει στην Αλεξάνδρεια και να συγκροτήσει Σύνοδο η οποία αποτέλεσε σημαντικότατο σταθμό στην ιστορία των αγώνων της Ορθοδοξίας κατά του Αρειανισμού. Οι διωγμοί συνεχίστηκαν και επί αυτοκράτορα Ουάλη, που εξόρισε τον Άγιο. Φοβούμενος όμως εξέγερση του λαού της Αλεξανδρείας, αναγκάσθηκε να ανακαλέσει τον Άγιο από την εξορία. Αγωνιζόμενος για την ορθόδοξη πίστη μέχρι το τέλος του βίου του, κοιμήθηκε με ειρήνη στις 2 Μαΐου 373 μ.Χ., σε ηλικία 75 ετών, αφού κατεκόσμησε το θρόνο της Αλεξανδρείας. Η Εκκλησία πολύ νωρίς του απένειμε τον τίτλο του Μεγάλου Πατρός αυτής. Είναι εκείνος που διαισθάνθηκε και αντιλήφθηκε άριστα τις λεπτεπίλεπτες σχέσεις αλληλεξαρτήσεως των επί μέρους αληθειών της πίστεως, οι οποίες στη σκέψη του αποτελούν τμήματα μιας και της αυτής αλήθειας, ώστε η πλάνη περί την μία επί μέρους αλήθεια, να συνεπάγεται αναπότρεπτα την ανατροπή ολόκληρου του συστήματος της χριστιανικής διδασκαλίας και την δημιουργία αιρέσεως. Αλλά ο Άγιος και με τον καθόλου βίο του, απέδειξε το ενάρετο και το ευσεβές του ήθους αυτού σε τέτοιο βαθμό, ώστε το όνομά ου να αποβεί ταυτόσημο προς την αρετή.

Ο Mέγας Πατήρ και Στύλος της Ορθοδοξίας, Aθανάσιος, διεξήγαγε πολλούς αγώνες για την Oρθόδοξη πίστη. Για το λόγο αυτό και για το απαράμιλλό του ήθος ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, σε εγκωμιαστικό του λόγο τον ταυτίζει με την αρετήν. Λέγει «Αθανάσιον επαίνων αρετήν επαινέσομαι. Ταυτόν γαρ εκείνο τε ειπείν και επαινέσαι». (Επαινώντας τον Αθανάσιον θα επαινέσω την αρετήν. Γιατί Αθανάσιος και αρετή είναι το ίδιο πράγμα. Όταν αναφέρομαι εις αυτόν επαινώ την αρετήν). (Γρηγ. του Θεολόγου, Λόγος Κ.Α.' Β.Ε.Π.Ε.Σ., τόμ. 59, σ. 148). Ο Άγιος Γρηγόριος συνεχίζοντας παρατηρεί ότι ο Μέγας Αθανάσιος έγινε κατεξοχήν δέκτης του θείου φωτισμού, έφθασε σε ύψος βιβλικών προσώπων και ίσως μάλιστα κάποια από αυτά να υπερέβαλε, γιατί κυριολεκτικά ενώθηκε και έγινε ένα με το θείο φως. Και έτσι μόνο κατόρθωσε να αντιμετωπίσει τις μεγάλες κακοδοξίες των αιρετικών της εποχής του.

Υ/Γ. Να μας ζήσει ο Γέροντάς μας! Να 'χουμε άλλες τόσες φορές να ακούμε τον μελιστάλαχτο λόγο του και να ωφελούμαστε!

Πηγή: http://eisagios।blogspot.com/2009/01/18.html

Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

Ευγνωμονείτε τον Θεό για όλα


«Λυπάμαι που δεν είσθε εντελώς υγιής. Είθε ο Κύριος να σας χαρίσει πλήρη υγεία. Ωστόσο η ασθένεια μας διδάσκει την ταπείνωση και την υποταγή στο θείο θέλημα. Ανδρίζεσθε και ευγνωμονείτε τον Θεό για όλα. Πιστέψτε ότι όλα για το συμφέρον μας τα επιτρέπει . Αυτό ίσως τώρα δεν το διακρίνετε, θα το διαπιστώσετε όμως αργότερα.»

«Το έλεος του Θεού μαζί σας. Σας συμβαίνουν πολλά δυσάρεστα. Λυπούμαι γι’ αυτό. Δεν μπορούμε να βοηθήσουμε την κατάσταση παρά μόνο με την υπομονή και την πεποίθηση στη θεία βοήθεια. Όλα προέρχονται απ’ τον Θεό, και τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα. Για όλα πρέπει να ευχαριστούμε. Διότι και τα δυσάρεστα παραχωρούνται για το καλό μας: Για την ταπείνωση , την κάθαρση, την σταθερότητα στην χριστιανική ζωή και την εμπιστοσύνη μας στον Θεό.

Δεν επιτρέπεται να γογγύζουμε. Ας κάνουμε υπομονή την περίοδο αυτή και θα έλθουν φωτεινές ημέρες. Έχετε θάρρος και αγωνισθείτε στην προσευχή. Είναι πηγή παρηγορίας. Είναι φωτισμός στους λογισμούς και δύναμις στον αγώνα.

Οι θλίψεις στην παρούσα ζωή είναι περισσότερες από τις χαρές. Άλλοτε τις στέλνει ο Θεός για να ξυπνήσουμε από τον πνευματικό ύπνο, να σταματήσουμε τις αμαρτίες, να καθαρισθούμε με τη μετάνοια. Και άλλοτε τις στέλνει για να υποταχθούμε περισσότερο σ’ Αυτόν που όλα τα ρυθμίζει. Να δείξουμε ανδρεία και υπομονή δοξάζοντάς Τον. Σε κάποια απ’ αυτές τις αιτίες οφείλονται και οι δικές σας θλίψεις. Εξετάζετε λοιπόν τον εαυτό σας, ειρηνεύετε και εμπιστεύεσθε στο θέλημα του Θεού, το σοφό και άγιο.»

«Σας κυνηγά η μια συμφορά μετά την άλλη. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Ο Θεός σας θυμήθηκε! Δεν είναι συνηθισμένο να σκέπτεται κανείς έτσι, αλλ’ αυτή είναι η αλήθεια. Και σας θυμήθηκε ο Θεός όχι με οργή, αλλά με έλεος. Βέβαια εσείς νιώθετε μόνο τη στέρηση και τον χαμό. Δεν βλέπετε όμως το έλεος που κρύβεται πίσω απ’ αυτά και μέσα σ’ αυτά.»

«Σας συκοφάντησαν άδικα; Υπομένετε καρτερικά. Θα θεωρηθή αυτό επιτίμιο για εκείνα που πραγματικά φταίτε. Από την άποψη αυτή η συκοφαντία είναι μία πρόνοια του Θεού για σας. Πρέπει λοιπόν να έχετε ειρήνη με τους συκοφάντες σας, όσο κι αν αυτό σας φαίνεται δύσκολο.»

«Η υγεία σας κλονίσθηκε. Κλονισμένη υγεία μπορεί να σημαίνει και κλονισμένη σωτηρία, όταν από τα χείλη του ασθενούς ακούγονται γογγυσμοί και κραυγές απελπισίας. Είθε ο Κύριος να σας βοηθήσει ν’ απαλλαγείτε από τη συμφορά αυτή.

Η υγεία και η αρρώστεια είναι και τα δύο μέσα σωτηρίας, όταν τα εκμεταλλευόμαστε με το πνεύμα της πίστεως στον Θεό που μας αγαπά και προνοεί για μας. Τα ίδια όμως είναι και μέσα καταστροφής, όταν τ’ αντιμετωπίζουμε με λανθασμένη νοοτροπία.

Συμφιλιωθήτε λοιπόν με την δοκιμασία σας. Υπομείνετέ την με υποταγή στον Κύριο, πιστεύοντας ότι έτσι θα ευεργετηθήτε και σεις και οι οικείοι σας.

Θυμηθήτε και την καρτερία των αγίων μαρτύρων, οι οποίοι μετά τα βασανιστήρια παρέμεναν στη φυλακή πέντε, δέκα ή και είκοσι ακόμη χρόνια έχοντας ανακούφιση και απόλαυση τη ζωντανή ελπίδα του παραδείσου».


Πηγή: Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου Απάνθισμα Επιστολών, μετάφρ. από τη ρωσική, εκδ. Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωροπός Αττικής.

Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Το ξεπέρασμα του πόνου



-Γέροντα, τι χρειάζεται για να ξεπεράσεις τον πόνο;
-Παλληκαριά, βία χρειάζεται.

-Και τον ανυπόφορο πόνο πως τον αντιμετωπίζει κανείς;
-Αν είναι κοσμικός, με το τραγούδι, αν είναι πνευματικός άνθρωπος με την ψαλμωδία.


Ερωτήσεις προς το γέροντα Παΐσιο

Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 2011

Ο Θεός ταπεινοίς δίδωσι χάριν


-Γέροντα πέστε μας κάτι πριν φύγετε.

-Τι να σας πω; Τόσα σας είπα!

-Πέστε μας κάτι, για να το δουλέψουμε μέχρι να ξαναρθείτε.

-Ε, αφού επιμένετε, να σας πω… Μία είναι η αρετή, η ταπείνωση· επειδή όμως δεν το καταλαβαίνετε, άντε, να σας πω και την αγάπη. Αλλά όποιος έχει ταπείνωση δεν έχει κι αγάπη;
- Γέροντα, ο Αββάς Ισαάκ λέει: «Ό,τι είναι το αλάτι για το φαγητό, είναι και η ταπείνωση για την αρετή».

-Δηλαδή, χωρίς την ταπείνωση δεν… τρώγονται οι αρετές! Θέλει να πει ο Άγιος πόσο απαραίτητη είναι η ταπείνωση στην εργασία των αρετών.
-Γέροντα αλλού ο Αββάς Ισαάκ λέει ότι η ταπείνωση έρχεται, όταν ο άνθρωπος αποκτήσει αρετές.

-Μήπως δεν το κατάλαβες καλά; Αν δεν έχει ο άνθρωπος ταπείνωση, καμιά αρετή δεν μπορεί να τον πλησιάσει.

-Δηλαδή, Γέροντα, όποιος έχει ταπείνωση έχει όλες τις αρετές;

-Εμ, βέβαια. Ο πνευματικός έχει όλα τα πνευματικά αρώματα: απλότητα, πραότητα, αγάπη χωρίς όρια, καλοσύνη, ανεξικακία, θυσία, υπακοή. Επειδή έχει την πνευματική φτώχια, έχει και όλο τον πνευματικό πλούτο. Είναι επίσης και ευλαβής και σιωπηλός, γι’ αυτό συγγενεύει με την Κεχαριτωμένη Θεοτόκο Μαρία, η οποία είχε μεγάλη ταπείνωση. Ενώ είχε μέσα της ολόκληρο τον Θεό σαρκωμένο, δεν μίλησε καθόλου, μέχρι που μίλησε ο Χριστός στα τριάντα Του χρόνια. Στον ασπασμό του Αγγέλου είπε: «Ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». Δεν είπε: «Εγώ θα γίνω μητέρα του Υιού του Θεού».

Η Παναγία, για την ταπείνωσή της κατέχει τα δευτερεία της Αγίας Τριάδος. «Χαίροις μετά Θεόν η Θεός, τα δευτερεία της Τριάδος η έχουσα», λέει ο Άγιος Ανδρέας Κρήτης. Να είναι δούλη, να είναι και Νύμφη του Θεού! Να είναι παρθένος, να είναι και μητέρα. Να είναι πλάσμα του Θεού, να είναι και μητέρα του Πλάστου! Αυτά είναι τα μεγάλα μυστήρια, τα παράξενα, που δεν εξηγούνται, αλλά μόνο βιώνονται!

-Γέροντα, ποια εικόνα της Παναγίας σας αρέσει περισσότερο;

-Εμένα όλες οι εικόνες της Παναγίας μου αρέσουν. Και μόνον το όνομα Της να βρω κάπου γραμμένο, το ασπάζομαι με ευλάβεια και σκιρτάει η καρδιά μου.
Είναι φοβερό αν το σκεφθείς! Μικρό κοριτσάκι ήταν και είπε το «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον, ότι επέβλεψεν επί την ταπείνωση της δούλης αυτού». Μέσα σε λίγες λέξεις τόσα νοήματα! Πολύ θα βοηθηθείς εάν εμβαθύνεις στα λόγια αυτά. Είναι λίγα και δυνατά. Αν τα μελετάς, θα αγαπήσεις την ταπείνωση· κι αν ταπεινωθείς, θα δεις τον Θεό να έρχεται μέσα σου και να κάνει την καρδιά σου Φάτνη της Βηθλεέμ.

Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι Ε': Πάθη και Αρετές, εκδ. Ι.Η. Ευαγγελιστή Ιωάννη του Θεολόγου, Σουρωτή Θεσσαλονίκης, σ.165-167.

Πώς να μπορούμε να δούμε τον Θεό;



Το βίντεο είναι ένα μικρό οδοιπορικό στην Ορθόδοξη Ρουμανία και τη βίωση της πίστης. Παρουσιάζονται συνεντεύξεις (πλην του δασοφύλακα) των εξής:
--- γέροντα IIie Cleopa (1912-1998)
--- π. Ioanichie Bălan (1930-2007)
--- αναχωρητή από το όρος Tarcău της Μολδαβίας

Επισημαίνονται περιστατικά μεγάλης άσκησης και ανθρώπων που έφτασαν σε υψηλά πνευματικά μέτρα.

Το βίντεο κλείνει με μία μοναδική συνέντευξη από έναν αναχωρητή, όπου τονίζεται η σημασία της αγνότητας, της προσευχής, της ταπείνωσης και της αγάπης:


Ο τρόπος για να δει κανείς τον Θεό είναι με τη σωματική αγνότητα και την αδιάλειπτη προσευχή. 
«Χωρίς την καθαρότητα, κανείς δεν μπορεί να φτάσει την αγιότητα!»
«Τίποτα δεν μπορεί να εξαγνίσει κάποιον όσο η προσευχή.»

«Πώς ο Θεός παραχωρεί την προσευχή στον καθένα; Σύμφωνα με την ταπείνωσή του! Ταπείνωση, ταπείνωση και πάλι ταπείνωση.»

Η ζωή μας πρέπει να κατανοείται μέσα από την εντολή της αγάπης.
«Έχουμε ένα ιερό καθήκον να μην κάνουμε καθόλου κακό, αλλά μόνο καλό, όσο πιο πολύ μπορούμε.» 


Πηγή βίντεο: κανάλι enoriaAZ

Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

Από το Νερό στο Κρασί και από τον Έρωτα στην Αγάπη


Η περικοπή που εξιστορεί το θαύμα του Χριστού στον γάμο της Κανά (Ιω. β’ 1-11) αποτελεί τη σύνοψη της Ορθόδοξης άποψης του γάμου· είναι επομένως όχι τυχαίο ότι η περικοπή αυτή επιλέγηκε ως ευαγγελικό ανάγνωσμα στη λειτουργία του αρραβώνα για το Μυστήριο του Γάμου. Η περικοπή παρουσιάζει τη γαμήλια σχέση στην πορεία του ανθρώπου: από τη δημιουργία στην πτώση και από την πτώση στην αναδημιουργία. Ως εκ τούτου, αναδεικνύει τις απόψεις της Εκκλησίας για τη σεξουαλικότητα, τον Έρωτα και την Αγάπη, αναγγέλλοντας τα «καλά νέα» της Εκκλησίας για τη σημασία του γάμου στην ανθρώπινη ζωή.

Η αγάπη μεταξύ άνδρα και γυναίκας καλείται να αναπαραστήσει και να ομοιάσει με τον γάμο μεταξύ Θεού και ανθρώπου, την αγάπη του Χριστού για την Εκκλησία. Στον γάμο τους, ο άνδρας και η γυναίκα καλούνται αμφότεροι να βιώσουν αυτήν την ενότητα που δεν καταστρέφει τις διαφορές και αυτήν την ανομοιομορφία που δεν διαιρεί. Στην δύο σε ένα σχέση τους, καλούνται να βιώσουν αχώριστα και αδιαίρετα το μυστήριο του τρία σε ένα Θεού.

Με αυτόν τον τρόπο, όλοι οι νεόνυμφοι, ακριβώς όπως το ζευγάρι στην Κανά, ανοίγουν τους εαυτούς τους στη σωματική αγάπη με τις ύψιστες προσδοκίες και όνειρα για αιώνια αγάπη. Μολαταύτα, το κρασί της ανθρώπινης αγάπης δεν αρκεί για πολύ. Ο άνθρωπος μπορεί να αρνηθεί την πρόσκληση του Θεού να αγαπήσει και απορρίπτει την αγάπη ως κανόνα ζωής. Αυτή η εγωκεντρική στροφή προς τον εαυτό του υπονομεύει κάθε αγαπητικό δεσμό. Όλες οι διαταραχές του έρωτα είναι τραγικές επιπτώσεις του ατομικισμού, ο οποίος εισάγει την αλλοτρίωση στις ανθρώπινες σχέσεις και αποξενώνει τους ανθρώπους από το άνοιγμα του εαυτού τους και τη συνάντηση με ένα άλλο πρόσωπο. Συνεπώς, το ίδιο πράγμα που φέρνει χαρά στη ζωή και δημιουργεί ευτυχία εξαφανίζεται, οδηγώντας τραγικά στην οδυνηρή ανακάλυψη: «Δεν έχουν άλλο κρασί.»

Όταν το κρασί της Αγάπης εξαφανίζεται, ο πόθος διαχωρίζεται από το πρόσωπο, το σώμα από την ψυχή και η σεξουαλικότητα από την αγάπη. Αυτός ο διαχωρισμός συνεπάγεται αντικειμενοποίηση του άλλου προσώπου και υποβάθμισή του σε σκεύος ηδονής. Αντιμέτωποι με αυτήν την πτώχευση του συναισθήματος, με αυτόν τον τοίχο του εγωισμού που χωρίζει και διαιρεί, οι άνθρωποι πιστεύουν ότι μπορούν να διασφαλίσουν την επιβίωση του γάμου τους προσφεύγοντας στις νομικές κυρώσεις. Αυτή η λύση του προβλήματος εστιάζει στη δίκαιη κατανομή των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων.

Το αποκορύφωμα της Αγάπης – η πρόσβαση που έχουν οι άνθρωποι στην αιωνιότητα και η συνάντησή τους με τη Ζωή η οποία νικά τον θάνατο και τη φθορά – έρχεται μόνο διαμέσου της αγιότητας. Αυτή δεν συμβαίνει μαγικά, αλλά αποκτάται βαθμιαία, μέσω της καθημερινής και επίμονης άσκησης. Ο σύζυγος και η σύζυγος που καταβάλλουν τις προσπάθειές τους μέσω της Εκκλησίας προς τη σύζευξη σώματος και ψυχής, σεξουαλικότητας και αγάπης, επιτυγχάνουν να θέσουν όλη τους τη δύναμη του σώματος και της ψυχής να υπηρετούν και να εκφράζουν αυθυπέρβαση και αυτοπαράδοση στον σύζυγό τους.

Έτσι, μέσω της Εκκλησίας, μια βιολογική ορμή μεταμορφώνεται σε αγάπη που είναι θείο δώρο, και η απλή οικογένεια μεταμορφώνεται σε εκκλησιαστική οικογένεια. Η σχέση μεταξύ άνδρα και γυναίκας αποκτά περισσότερο νόημα από τη σχέση μεταξύ Χριστού και Εκκλησίας, το αποτέλεσμα της αγάπης. Μέσω της Εκκλησίας, αυτό το αμοιβαίο δόσιμο από τον σύζυγο και τη σύζυγο ωριμάζει ακόμη περισσότερο με τον χρόνο, όπως το παλιό κρασί. Αυτό γίνεται επειδή ο έρωτας πεθαίνει στον σταυρό έτσι ώστε να αναστηθεί ως Αγάπη: απροϋπόθετη, ολοκληρωτική και αιώνια αγάπη.

Με την κάθοδο της Χάρης οι σύζυγοι βιώνουν τη «συζυγική Πεντηκοστή», το «μυστήριο της αγάπης». Με το κρασί της Κανά, το οποίο είναι ένα σύμβολο της Θείας Ευχαριστίας, το παντρεμένο ζευγάρι βιώνει τη θεία και νηφάλια μέθη «μέσω της οποίας γνωρίζουν την έκσταση που οδηγεί από το υλικό στο θεϊκό». Επικεντρωμένη στο σώμα της Εκκλησίας, η οικογένειά τους γίνεται μια «μικρή Εκκλησία». Γι’ αυτόν τον λόγο, οι σύζυγοι καλούνται επίσης να συμμορφώνονται με τις αρετές της Εκκλησίας και να κάνουν πραγματικότητα τις ιδιότητες της ενότητας, της αγιότητας, της καθολικότητας και της αποστολικότητας στην οικογενειακή τους ζωή.


Μετάφραση αγγλόγλωσσης περίληψης του βιβλίου
Σταύρος Σ. Φωτίου (2008), Από το Νερό στο Κρασί και από τον Έρωτα στην Αγάπη: Ο σκοπός της διαφυλικής αγωγής, εκδ. Αρμός, Αθήνα, σ. 83-85.

Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Τα τρία παράθυρα


Τρία παράθυρα είναι ανοιγμένα στον ουρανό για τον πνευματικό άνθρωπο: μέσω του πρώτου ο νους βλέπει με την πίστη, μέσω του δεύτερου η καρδιά βλέπει με την ελπίδα, μέσω του τρίτου η ψυχή βλέπει με την αγάπη.

Όποιος βλέπει τον ουρανό μόνο μέσω ενός παραθύρου, βλέπει το ένα τρίτο του ουρανού. Όποιος βλέπει μέσω και των τριών παραθύρων, βλέπει ολόκληρο τον ουρανό.

Η Αγία Βαρβάρα διέσχισε τρία παράθυρα στον πύργο, στον οποίο φυλακίστηκε από τον πατέρα της, και μ' αυτό ήθελε να δείξει την πίστη της στην Αγία Τριάδα.

Για να δούμε τη θεϊκή Τριάδα σε ενότητα, πρέπει πρώτα να γνωρίσουμε τον εαυτό μας ως Τριάδα σε ενότητα. Εφόσον μόνο η αγάπη της Τριάδας μπορεί να δει την Τριάδα.


Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Στοχασμοί περί καλού και κακού, εκδ. Εν πλω, Αθήνα, σ. 191

Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Γιατί βαφτίστηκε ο Αναμάρτητος;




ΣHMEPA, τελειώνει το Δωδεκαήμερο. Δωδεκαήμερο είναι ο κύκλος των χαρμοσύνων εορτών, που αρχίζουν με τη γέννηση του Xριστού και τελειώνουν με τη βάπτισή Του. Oι ημέρες είναι δώδεκα αν αφαιρεθεί η νηστήσιμος παραμονή των Φώτων.

Tην ημέρα των Xριστουγέννων είδαμε τον Xριστό νήπιο στο σπήλαιο.

Tην 1η Iανουαρίου Τον είδαμε βρέφος οκτώ ημερών να περιτέμνεται και να λαμβάνει το όνομα «Iησούς». Kαι σήμερα Τον βλέπουμε «άνδρα τέλειον» (Eφ. δ' 13), σε ηλικία τριάντα ετών, που έρχεται στα Iορδάνεια ρείθρα να βαπτισθεί.

Γύρω από τη βάπτιση δημιουργούνται ορισμένα ζητήματα, τα οποία θέλουν εξήγηση.

Ένα ζήτημα είναι το εξής: Aπό τα Eυαγγέλια γνωρίζουμε τη ζωή του Xριστού. Oι πληροφορίες όμως φτάνουν μέχρι τότε που ο Xριστός δωδεκαετής (δώδεκα χρονών) πήγε στα Iεροσόλυμα, προσκύνησε στον ναό του Σολομώντος, έμεινε εκεί τρεις μέρες, και κατέπληξε τους σοφούς του Iσραήλ με τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις του. Mετά, τα Eυαγγέλια σιγούν· υπάρχει ένα κενό.

Πού ήταν και τι έκανε ο Xριστός από 12 μέχρι 30 ετών;

Aυτό το κενό εκμεταλλεύονται οι εχθροί της πίστεως. Kαι τι λένε· ότι στό διάστημα αυτό (των δεκαοκτώ ετών) ταξίδεψε και πήγε μακριά, σε διάφορες χώρες, και ιδιαιτέρως στη χώρα της μυστικοπαθείας, τις Iνδίες, κ’ εκεί διδάχθηκε τη σοφία που κατόπιν εδίδαξε.

Ψέμα μέγα! Γιατί δεν πήγε πουθενά ο Xριστός. Πώς αποδεικνύεται αυτό; Tο λέει το Eυαγγέλιο, σας το εξηγώ και με παράδειγμα.

Eγώ λόγου χάριν κατάγομαι από ένα μικρό χωριό των Kυκλάδων. Eάν πάτε εκεί στο χωριό μου, θα σας πούνε πληροφορίες για τη ζωή μου· που ήμουν μικρός, που πήγα στο δημοτικό, που πήγα στο γυμνάσιο, που πήγα στο πανεπιστήμιο, που…, που… Όλα τα ξέρουν. Γιατί αυτά συζητούν. Γνωρίζουν όλες τις λεπτομέρειες της ζωής κάθε συγχωριανού τους...

Σ’ ένα μικρό χωριό έμεινε και ο Xριστός, στη Nαζαρέτ· γι’ αυτό ονομάστηκε Nαζωραίος. Όταν λοιπόν πήγε μεγάλος, τριάντα ετών, και κήρυξε στη Nαζαρέτ, τι είπανε;

-Περίεργο πράγμα! Aυτός σχολείο δεν πήγε· «πώς ούτος γράμματα οίδε, μη μεμαθηκώς;» (Iωάν. ζ' 15), πού γνωρίζει τέτοια πράγματα;… Oι συμπατριώτες του δηλαδή μαρτυρούν, ότι δεν έφυγε από τον κύκλο της Nαζαρέτ, αλλα τι έκανε; Tο διάστημα αυτό των 18 ετών ήταν εκεί ο πρώτος εργάτης.

Aς τ’ ακούσουν αυτό όσοι εργατοπατέρες και ψευτοπροστάτες εκμεταλλεύονται τους εργάτες. O Kύριος ημών Iησούς Xριστός υπήρξε εργάτης, με ρόζους στα χέρια. Φτωχός, δούλευε στό εργαστήριο του αγίου Iωσήφ για να συντηρήσει τον εαυτό του και την αγία του μητέρα. Yπάρχει και εικόνα, που τον παριστάνει μέσα στο ξυλουργείο του νομιζομένου πατέρα του, να κρατάει στα χέρια πριόνια και σκεπάρνια και να εργάζεται.


Iδού λοιπόν πού ήταν ο Xριστός από 12 μέχρι 30 ετών. Eάν είχε λείψει σε άλλες χώρες, θα το γνώριζαν οι συμπατριώτες του. Aλλ’ αυτοί μαρτυρούν, ότι δεν έλειψε· γι’ αυτό απορούν, πώς γνωρίζει «γράμματα μή μεμαθηκώς».

Mια άλλη απορία είναι η εξής: Γνωρίζουμε, ότι κάθε άνθρωπος είναι αμαρτωλός. Ένας μόνο υπήρξε αναμάρτητος, ο Xριστός. Tότε όμως γεννάται το ερώτημα. Αφού είναι αναμάρτητος, γιατί βαπτίσθηκε; Aπαντούμε.

Bαπτίσθηκε ο Xριστός, για να γίνει επισήμως γνωστός. Mέχρι την ώρα εκείνη ήταν άγνωστος. Kανείς δεν τον εγνώριζε. Ποιος να υποπτευθεί, ότι κάτω από τον εργάτη εκείνον με τα πριόνια και τα σφυριά κρυβόταν ο δημιουργός του παντός, ο αναμενόμενος Mεσσίας;

Kαι σ’ αυτόν ακόμα τον Πρόδρομο ήταν άγνωστος. Tώρα γίνεται σε όλους γνωστός.

Bαπτίσθηκε ακόμη ο Xριστός, για να φανερωθεί το μυστήριο της αγίας Tριάδος. Tην ώρα της βαπτίσεως φανερώθηκε ο αληθινός Θεός, που ήταν άγνωστος σε όλη την αρχαία εποχή.

Oι Aθηναίοι πρόγονοί μας στο «κλεινόν άστυ» είχαν στήσει βωμό τω «αγνώστω Θεώ» (Πράξ. ιζ' 23).

Στα ρείθρα του Iορδάνου λοιπόν φανερώθηκε ο αληθινός Θεός. Πώς φανερώθηκε; Ως αγία Tριάς. Ένας Θεός – τρία πρόσωπα, Πατήρ Yιός και άγιον Πνεύμα. Aσύλληπτο μυστήριο! Tι παράδειγμα ν’ αναφέρω;

Nα κάτι που δεν το εγνώριζα· όταν γίνεται διάσπασις του ατόμου, λένε ότι εκπέμπονται τρία σωματίδια· ένα είναι το άτομο, και εκπέμπει τρία σωματίδια. Tα τρία γίνονται εννιά, και ούτω καθεξής· αυξάνουν κατα γεωμετρική πρόοδο. Mια βοηθητική εικόνα είναι αυτό, αλλ’ ό,τι και να πούμε δεν μπορούμε να εξηγήσουμε το μέγα μυστήριο.

Mήπως άλλωστε μπορούμε να εξηγήσουμε τα μικρότερα μυστήρια της φύσεως;

O μέγας μαθηματικός Aϊνστάιν λέει: «Kολυμπούμε σε ωκεανό μυστηρίων…».

Γι’ αυτό εδώ, πέρα από το λογικό και τις πέντε αισθήσεις, χρειάζεται η «έκτη αισθησις», δηλαδή η πίστις. Διά της πίστεως εγγίζουμε το μέγα μυστήριο και, σκώληκες εμείς, μικρά και ασήμαντα όντα, σκύβουμε τον αυχένα και λέμε: Aγία Tριάς, Πατήρ Yιός και άγιον Πνεύμα, ελέησον τον κόσμον.

Φανέρωσις της αγίας Tριάδος σήμερα· Πατήρ Yιός και άγιον Πνεύμα. Aνοίξαν τα ουράνια. Tαράχθηκαν τα νερά. «O Iορδάνης εστράφη εις τα οπίσω» (Ψαλμ. ριγ' 3). Περιστερά παρουσιάστηκε, σύμβολο της αγνότητος και καθαρότητος. Kαι φωνή ακούστηκε· «Oυτός εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ο ευδόκησα» (Mατθ. γ' 17).

Bαπτίσθηκε ακόμη ο Xριστός και για να γίνει υπόδειγμα των Xριστιανών. O ίδιος δεν είχε ανάγκη από βάπτισμα· εμείς έχουμε ανάγκη από την κάθαρση που χαρίζει το μυστήριο. Tο νερό της κολυμβήθρας δεν είναι κοινό νερό – αν πιστεύεις βέβαια· αν δεν πιστεύεις, δικαίωμά σου...

Aφ’ ης στιγμής ο ιερεύς βάζει πετραχήλι και ευλογεί, από την ώρα εκείνη το νερό παίρνει πλέον θαυματουργό δύναμη, ορατή διά της πίστεως, και μέσα στην κολυμβήθρα θάβεται ο παλαιός Aδάμ με όλα τα αμαρτήματά του, και ο άνθρωπος βγαίνει πιο λευκός κι από το χιόνι. Aυτή είναι η πίστις μας. Έγινε λοιπόν το βάπτισμα του Xριστού υπόδειγμα για μας.

Tέλος ένα ακόμη ερώτημα. Bαπτίζεται κάθε μεγάλος άνθρωπος γιατί είναι αμαρτωλός· τα αθώα νήπια όμως γιατί να βαπτίζονται;

Aπάντησις· διότι φέρουν το προπατορικό αμάρτημα. Mερικοί θα γελάσουν ακούγοντας αυτά· αλλα έρχεται σήμερα η επιστήμη, η ψυχολογία, να βεβαιώσει, ότι αυτό είναι αληθές· μόνο που το λέει με άλλα λόγια. Δεν έχω καιρό να σας μιλήσω για το προπατορικό αμάρτημα. Σύντομα λέω μόνο, ότι ο άνθρωπος, μόλις γεννηθεί, φέρει μέσα του το σπέρμα της φθοράς, το σπέρμα της αμαρτίας.

Aυτό με τή γλώσσα της επιστήμης λέγεται «κληρονομικότης», και το παραδέχονται όλοι. Άμα όμως το πεις «προπατορικό αμάρτημα», ενοχλούνται.

Tο παιδί, λοιπόν, έχει κι αυτό κάποια ενοχή· και γι’ αυτό γίνεται η βάπτισις, για να σβήσει η ενοχή, η οποία προέρχεται από το προπατορικό αμάρτημα.


Λύσαμε, αγαπητοί μου, μερικές απορίες. Tι έκανε ο Xριστός από δώδεκα μέχρι τριάντα ετών. Γιατί ο Xριστός, ενώ είναι αναμάρτητος, βαπτίσθηκε στον Iορδάνη. Γιατί βαπτίζονται και τα μικρά παιδιά. Tώρα θα μου πείτε·

-Eμείς βαπτισθήκαμε, και έπρεπε εν συνεχεία να κρατήσουμε άσπιλο τον χιτώνα, να μη διαπράξουμε αμαρτία μετά το βάπτισμα. Aλλά δυστυχώς και μετά το ιερό μυστήριο πέσαμε πάλι και είμεθα βουτηγμένοι σε αμαρτίες. Πρέπει λοιπόν ν’ απελπισθούμε;

Όχι, όχι! Εάν και χίλιες φορές ν’ αμαρτήσεις και να πέσεις, μη απελπισθείς.

Σήκω πάλι επάνω.

Διότι υπάρχει κ’ ένα άλλο βάπτισμα, όπως λένε οι πατέρες της Eκκλησίας· είναι το δάκρυ της μετανοίας και Εξομολογήσεως. Tα δάκρυα του Πέτρου, της αμαρτωλής γυναίκας, τα δάκρυα μυριάδων μετανοούντων ανθρώπων…

Πολλά τα δάκρυα στον κόσμο. Yπάρχει άνθρωπος που δεν έκλαψε; «Kοιλάς κλαυθμώνος» λέγεται η γη (Ψαλμ. π' 6), κοιλάδα δακρύων. Aλλ’ αυτά συνήθως είναι δάκρυα μάταια, άχρηστα. Διότι όσο και να κλάψεις λ.χ. για ένα νεκρό, δεν μπορείς να τον αναστήσεις.

Yπάρχουν όμως και κάποια άλλα δάκρυα πολύτιμα, δάκρυα σπάνια. Eίναι τα δάκρυα της μετανοίας. Δώστε μου, δώστε μου, αμαρτωλοί, ένα τέτοιο δάκρυ!

Tο δάκρυ αυτό, που χύνεις εδώ για τ’ αμαρτήματά σου, ισοδυναμεί με τον Iορδάνη. Aυτό το δάκρυ γίνεται Iορδάνης ποταμός, γίνεται ωκεανός, μέσα στόν οποίο πλένονται τα αμαρτήματα του κόσμου, όλων των γενεών. Kαι τότε δοξάζεται και υμνείται ο Xριστός εις πάντας τους αιώνας. Aμήν.


Mητροπολ. Φλωρίνης π. Aυγουστίνος Kαντιώτης
Απόσπασμα ομιλίας στον Ι.Ν. Αγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης, 6/1/1985

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Το καλύτερο ψέμα


Άκουγα το νέο τραγούδι με τον ομώνυμο τίτλο. Παρατήρησα ότι είναι στιγμές που το μυαλό παρασύρεται από το ηχόχρωμα του ερμηνευτή και τη μελωδία των τραγουδιών και παραβλέπει τον στίχο, ή έστω την αξία του υποβιβάζει. Αλήθεια, συλλογίστηκα για μια στιγμή, δεν είναι τραγικό να ζητά τόσο απεγνωσμένα ένα ψέμα; (Κι ο συλλογισμός παίρνει ξαφνικά τον δικό του δρόμο...)

Μήπως τη ζωή μας τη κτίσαμε στο ψέμα; Έστω το καλύτερο, μα παραμένει ψέμα. Είπε ο Κύριός μας να αναζητούμε την αλήθεια, να μην αντιφάσκουμε, να μην ψευδόμαστε. Το ναι μας – ναι, το όχι – όχι. Μολοντούτο εμείς ψευδώς ζούμε, μιλούμε, κινούμαστε στην πολιτεία, ακόμη και στον μικρόκοσμο των «οικείων» μας, που και μ’ αυτούς καταστρέψαμε τις σχέσεις και τις ισορροπίες στο όνομα μάλιστα κάποτε και της ειλικρίνειας και της αλήθειας. 

Την ασυδοσία τη βαφτίσαμε ελευθερία, την παρανομία - εξυπνάδα, την κλοπή - επιτυχία, την κοροϊδία - χιούμορ. Αδιαφορούμε για τον πόνο του δίπλα και για το σύνολο. Μάθαμε να θεωρούμε ανύπαρκτο το ξένο. Αγανακτούμε για τα ατομικά «δικαιώματά» μας. Εξουδενώσαμε την υπομονή μας και πρωτίστως την υπακοή μας, στους νόμους, στους μεγαλυτέρους, στο χρέος. Αχ, αυτό το χρέος που δεν υπάρχει πλέον! Όλοι νομίζουμε πως οι άλλοι μονίνως μας χρωστούν, κανείς μας δεν αντιλαμβάνεται το χρέος προς τον πλησίον του, προς τις γενιές που ήρθαν και τις γενιές που θα 'ρθουν σ’ αυτήν τη γη.

Επαναστατούμε για τα λάθος πράγματα. Ξεριζώνουν συνθέμελα την πατρίδα και την ελληνική ταυτότητά μας κι εμείς χασμουριόμαστε, αν δεν συναινούμε! Στην κατεχόμενη Κύπρο οι λιγοστοί εναπομείναντες εγκλωβισμένοι δεν μπόρεσαν φέτος να γιορτάσουν Χριστούγεννα. Δεν τους επετράπη από το καθεστώς! Ο κατεχόμενος Πενταδάκτυλος δεν απόσεισε –κατά τον ποιητή–  κανέναν, όμως εμείς δεν υπάρχει περίπτωση να διενεργήσουμε τέτοια πράξη ενάντια στην κίβδηλη ειρήνη της ωστόσο βιασμένης ζωής μας.

Μαθαίνουμε να μεγαλώνουμε ολοένα και πιο απάνθρωπα, με περισσότερο τσιμέντο και σε πεπιεσμένους αγχώδεις ρυθμούς και με λιγότερη διαπροσωπική επαφή, χωρίς τη θέα του δέντρου και την αφή του χώματος. Περιπλέκουμε την απλότητα της ζωής και ξεγυμνωτικά απλουστεύουμε το μετέπειτα και το επέκεινα. Μια αόριστη ανώτερη δύναμη, λέει ο ένας. Είναι τεχνάσματα των παπάδων, λέει ο άλλος. Όλοι επαναπαυόμαστε!

Αρνούμαστε, δεν δοκιμάζουμε να βιώσουμε την Αλήθεια του Χριστού, ενώ ριψοκινδυνεύουμε κορώνα-γράμματα καθημερινά τη ζωή μας στους δρόμους, στη λευκή σκόνη. Αποφαινόμαστε μ’ ευκολία ότι είναι ακατόρθωτος ο αγώνας της νηστείας, ενώ μπορούμε να ακολουθήσουμε εξαντλητικό πρόγραμμα αυστηρής δίαιτας για να αποκτήσουμε καλλίγραμμο σώμα για την παραλία!

Δυστυχώς, μαθαίνουμε να μένουμε στην επιφάνεια, στην εικόνα και δεν εμβαθύνουμε στην ψυχή και στην ουσία. Δεν κοπιάζουμε να φθάσουμε στο βάθος. Γιορτάζουμε Χριστούγεννα με πολλά φωτάκια, δώρα, «Αγιοβασίληδες», μα χωρίς Χριστό. Τυπικά επικοινωνούμε και συναλλασσόμαστε και δεν κοινωνούμε αληθινά. Βιαζόμαστε να διεκπεραιώσουμε εντολές κι επιθυμίες. Από μικροί βιαζόμαστε να τα ζήσουμε όλα στον υπέρτατο βαθμό και χάνουμε την ουσία της ζωής. Τα ζούμε πρόωρα και βουτηγμένα στο ψέμα!

Συγκαλύψαμε τον εαυτό μας, την εικόνα του Θεού, με επάλληλα στρώματα εγωισμού. Αρνούμαστε να δώσουμε ένα μηδαμινό οβολό σ’ ένα ζητιάνο, γιατί μάθαμε πως υπάρχουν κυκλώματα ψεύτικων ζητιάνων.  Μα συχνότερα ο οβολός δεν είναι μεγάλος για κάποια νεοεμφανισθείσα υλική «ανάγκη» μας, μέχρι πρότινος απελευθερωτικά ανύπαρκτη. Κι ακόμη τραγικότερα, σκεπάζουμε την πραγματική δυστυχία του διπλανού μας, γιατί «πονάει» η ψυχή μας και «δεν αντέχει», λέμε! Ναι, έτσι λέμε.

Όπως άκουσα κάποτε, φοράμε μαύρα γυαλιά να μη δείχνουμε τα δάκρυά μας στην κηδεία, ή έτι χειρότερα, να μη δείχνουμε πως δεν κλαίμε. Φοβόμαστε να αντιμετωπίσουμε την αλήθεια. Κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας, να ξεγελάσουμε την αλήθεια, να ξεγλιστρίσουμε από τις ευθύνες, να μη θιγεί ο εαυτούλης μας. Δεν θιγόμαστε οι δύστηνοι από το ψέμα; Δεν ασφυκτιούμε κάτω από τα προσωπεία;

Τέτοιες σκέψεις μεταμεσονύκτιες. Σκέψεις σκληρές μα κι αυτοκριτικές, για όλους μας,  ΠΡΩΤΙΣΤΩΣ ΓΙΑ ΜΕΝΑ! Δεν προσποιούμαι τον άγιο. Σε τέτοια και χειρότερα κι εγώ όπως κι εσύ έχω περιπέσει. Και περιπίπτω!

Το τραγούδι φτάνει στο τέλος. Ζητά να τον ξεγελάσει, να του πει ένα ψέμα, να μην αντιληφθεί την πραγματική απώλεια, να μη βιώσει τον πόνο. Τρέμουμε στην ιδέα του πόνου, αυτού του λυτρωτικού, χειρούργου και θείου Πόνου! Μας σκιάζει η ιδέα ενός εαυτού ματωμένου μα πνευματικά καθαρού, αληθινού, χωρίς ικανοποιούμενο εγωισμό, ελεύθερο από πάθη. Προτιμούμε το ψέμα του εύκολου, του υλικού και πρόσκαιρου. Την ψευδαίσθηση της παροντικής ευτυχίας. Μα χάνουμε το μετά, την αίωνιο ζωή, τα πάντα!

Θεέ μου λυπήσου μας. Είναι τόσο αληθινά ζεστή η αγκαλιά Σου να την απαρνιόμαστε, τόσο τρυφερό το χάδι Σου να το αποδιώχνουμε. Συγχώρησέ μας, μη μας κρίνεις αυστηρά. Καταπάτησε κάθε ιδέα ανθρώπινης δικαιοσύνης στην κρίση Σου. Δείξε το έλεός Σου στους αναξίους. Χάρισέ μας ΑΛΗΘΕΙΑ και ΟΥΣΙΑ στη ζωή μας και στις σχέσεις μας, με τους συνανθρώπους μας... με Σένα. Χάρισέ μας αληθινό πνεύμα θυσίας, πίστεως, ελπίδας και αγάπης να ζήσουμε αληθινά!

Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

Θέλω να με φωνάζετε...


Έχουμε μια προσωπική μαρτυρία, της αείμνηστης γερόντισσας Μακρίνας μοναχής, από την Πορταριά του Βόλου, που τη διηγείτο τακτικά. Την άκουσα κι εγω, προσωπικά, παρουσία και άλλων χριστιανών.

Μία νεαρά σχετικώς κυρία, είχε υποστεί κάποιο εγκεφαλικό επεισόδιο με αποτέλεσμα να παραλύσει τελείως από τη μέση και κάτω, έμεινε παράλυτη από τη μέση και κάτω, και ελαφρά από τη δεξιά της πλευρά. Το μυαλό της, όμως, και η ομιλία της δεν πειράχτηκαν καθόλου. Από τη γερόντισσα Μακρίνα, αυτή η συγκεκριμένη κυρία είχε μάθει, πριν από τέσσερα – πέντε χρόνια, την ευχή και επικαλείτο συνεχώς, όχι μόνο το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, αλλά και της Υπεραγίας Θεοτόκου. Έτσι, κατάκοιτη και ακίνητη, όπως ήταν, με το ελεύθερο αριστερό της χέρι, έκαμε συνέχεια κομποσχοίνι στο όνομα της Παναγίας, λέγοντας και φωνάζοντας με πόνο και θέρμη:
«Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθει μοι».
«Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον με».
«Παναγία μου, σώσε με, είμαι αμαρτωλή».

Ύστερα από αρκετές ημέρες συνεχών επικλήσεων, ω του θαύματος θα ανακράζαμε όλοι μαζί, παρουσιάστηκε ένα βράδυ την ώρα που ήτο ξυπνητή, και απευθυνόταν προς την Παναγία με το κομποσχοινάκι της, παρουσιάστηκε Εκείνη ολόλαμπρη μπροστά της. Φωτεινή σαν τον ήλιο. Και είχε τέτοια ομορφιά που θαμπώθηκε, όχι μόνον από την θεϊκή ακτινοβολία της, αλλά και από την απερίγραπτη ωραιότητά της. Το ανάστημά της ήτο μεγαλοπρεπέστατο, ουράνιο και ακατάληπτο. Ενώ πίσω της εφαίνοντο πολύ καθαρά ένα πλήθος από τάγματα αγγέλων και αρχαγγέλων. Ταυτόχρονα είχε την ορατή αίσθηση ότι με τη θεία της παρουσία η Παναγία σκέπαζε ολόκληρο τον κόσμο.

Και μέσα στο ιερό δέος της, τον θαυμασμό και την κατάπληξή της, άκουσε την ουράνια φωνή Της να την ρωτάει:
- Τι θέλεις να σου κάνω, Μαρία, παιδί μου;
Μαρία την λέγανε. Και η άρρωστη αλλά η ευλαβής εκείνη χριστιανή, χωρίς δισταγμό, Της απάντησε:
- Θέλω να γυρίζω από το ένα πλευρό στο άλλο, γιατί είμαι παράλυτη απ’ τη μέση και κάτω, και δεν μπορώ. Κουράστηκε η πλάτη μου απ’ την ακινησία. Ιδιαιτέρως, όμως, θέλω να σωθώ. Τη σωτηρία μου ποθώ, γι’ αυτό και Σε φωνάζω.

Και η Υπεραγία Θεοτόκος, η γλυκυτάτη Παναγία μας, που συμπονάει με τους πόνους μας και τα βάσανά μας, της απάντησε:
- Αυτά θα σου τα δώσω. Και, γι’ αυτό ήλθα, επειδή με φωνάζεις κάθε μέρα, απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ. Γιατί θέλω να με φωνάζετε! Να με φωνάζετε συνεχώς. Και γω ακούω και έρχομαι. Θέλω να με φωνάζεις, της είπε.  

Θέλω να με φωνάζετε όλοι σας, όλοι οι χριστιανοί, αυτό εννοούσε τώρα.

Πλημμύρισε, όχι μόνον το δωμάτιο από την υπέρλαμπρη φωτοχυσία της, και το ουράνιο άρωμά της, αλλά και ολόκληρο το σπίτι της. Όλα τα μέλη της οικογένειάς της, κατά την μαρτυρία της αείμνηστης γερόντισσας, έζησαν αυτό το ολοζώντανο θαύμα. Η δε ουράνια αυτή ευωδία παρέμεινε διάχυτη για μέρες μέσα στο σπίτι, και ιδιαίτερα στο δωμάτιο της άρρωστης. Το πρόσωπο της Μαρίας έλαμπε από την πολλή χάρη που έλαβε. Και όχι μόνον άρχιζε να κινεί το σώμα της, και να γυρίζει πλευρό με ευκολία, αλλά σε λίγες μέρες έγινε τελείως καλά και σηκώθηκε υγιεστάτη.

Εγώ όμως δεν θα μείνω στο καταπληκτικό αυτό θαύμα της θείας παρουσίας της Υπεραγίας Θεοτόκου, ούτε στο θαύμα της θεραπείας της άρρωστης. Αλλά θα παραμείνω σ’ αυτά που είπε η Παναγία μας, η Μητέρα όλων μας. Τι είπε; 
«Θέλω να με φωνάζετε». 
«Θέλω να με επικαλείσθε. Κι εγώ ακούω και έρχομαι. Θέλω να με φωνάζετε.» 
«Υπεραγία Θεοτόκε βοήθησέ με»,
«Υπεραγία Θεοτόκε σώσε με»,
«Υπεραγία Θεοτόκε σώσε το παιδί μου»,
και ό,τι άλλο νομίζετε ότι μπορείτε να φωνάξτε απ’ το βάθος της καρδιάς σας, αυτό που μας πονάει συνήθως περισσότερο.


Πρωτοπρ. π. Στέφανος Αναγνωστοπούλου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...