Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Το κατεξοχήν μυστήριο της Αγάπης


Ο Γάμος, το Μυστύριο της Αγάπης
Α' μέρος


«Ουκ έστιν τούτο ανθρώπινον, αλλ’ ο Θεός τους έρωτας τούτους εγκατέσπειρε» (Ι. Χρυσόστομος)

Χωρίς την αγάπη όλα μένουν μετέωρα και ατελείωτα. Η αγάπη είναι ο «σύνδεσμος της τελειότητας» (Κολ. γ' 14), το πρώτο και έσχατο μέτρο και κριτήριο των προσώπων, των γεγονότων και των πραγμάτων. Η ζωή θα μπορούσε να ονομάζεται αγάπη και η αγάπη ζωή. «Ο σκοπός σου είναι η ζωή και η ζωή σου είναι η αγάπη, δηλαδή ο κάθε άλλος». Ο άλλος δεν είναι η κόλασή μου, αλλά ο παράδεισός μου. Γίνεται η κόλασή μου, όταν δεν γίνομαι παράδεισός του. «Όσο απομακρυνόμαστε μεταξύ μας, τόσο απομακρυνόμαστε και από τον Θεό… και όσο ενωνόμαστε με τον πλησίον, τόσο ενωνόμαστε με το Θεό» (Αββάς Δωρόθεος). Τον Θεό «δεν μπορείς να τον συναντήσεις παρά μόνο μέσα στην αγάπη για τον άλλον, που φτάνει μέχρι το να κάνεις δικό σου τον πόνο του, γιατί, αν ο Θεός είναι αγάπη, δεν μπορεί να ζει παρά μέσα στην κατάσταση της αγάπης για τον άλλο». Η αγάπη είναι «η καθ’ υπερβολήν οδός» (Α’ Κορ. ιβ' 31 ιγ' 1 κ.εξ.), στην οποία πρέπει να εκφραστεί η χριστιανική ζωή, η ευαγγελική τελειότητα: Αν θέλεις να σώσεις τη ζωή σου πρέπει να τη χάσεις. Στην πραγματικά ελεύθερη αγάπη δεν εκδηλώνουμε απλώς αισθήματα και δεν πολυπραγμονούμε. Ακολουθούμε τον δρόμο της κενώσεως και του σταυρού, της παραιτήσεώς μας από τις απαιτήσεις της ατομικής ζωής και της προσλήψεως των απαιτήσεων της ζωής των άλλων.

Είναι από τα ευαγγελικά παράδοξα να είμαστε πληρωμένοι στην κένωσή μας, δοξασμένοι στο σταυρό μας, αυξημένοι στην ελάττωσή μας, πλούσιοι στην φτώχεια μας, δυνατοί στην ασθένειά μας. Αυτός είναι ο πνευματικός νόμος, ο νόμος της αγάπης, που χαρίζεται σαν νόμος των τελείων, νόμος της ελευθερίας. Γιατί μόνο η αγάπη είναι η μόνη δυνατή ελευθερία, η αληθινά ελεύθερη ελευθερία. Είναι η ζωή που «αρχίζει όταν προτιμάμε τον άλλο από τον εαυτό μας, όταν δεχόμαστε τη διαφορά του και την απαράγραπτη ελευθερία του». Αυτή είναι η υπερβολή της αγάπης που νικά την ένδεια και τον φόβο, την αμφιβολία και την αβεβαιότητα, την εγωκεντρική πίεση και τη μοναξιά, την αδυναμία και τους περιορισμούς, τη δουλεία και την αλλοτρίωση, την κόλαση και το θάνατο. Είναι η παντοδυναμία που κάνει πραγματικά δυνατή τη ζωή αυτού εδώ του κόσμου και αποκαλύπτει την ποιοτική διάσταση του μέλλοντα αιώνα, όταν βέβαια η αγάπη παραμένει «πηγή πυρός» (Ιωάννης της Κλίμακος) και όταν το γεγονός της αγάπης «φλογός μιμείται δρόμον» (Ι. Χρυσόστομος). Κι όμως «διά το πληθυνθήναι την ανομίαν ψυχήσεται η αγάπη των πολλών» (Ματθ. 24,12).

Ο γάμος χαρακτηρίστηκε σαν ένα μυστήριο, σαν το κατεξοχήν μυστήριο της αγάπης, γιατί η αγάπη συνιστά την καρδιά του μυστηριακού χαρακτήρα του και μόνο η αγάπη υπερβαίνει κάθε ανθρώπινο μέτρο και κριτήριο και εισέρχεται με την ελευθερία και τη χάρη στο χώρο του μυστηρίου. Το πραγματικό μυστήριο συνδέεται με την αγάπη και μόνο σ’ αυτόν το σύνδεσμο ο γάμος αποφεύγει την έκπτωσή του από πραγματικό σε συμβολικό μυστήριο, σε τυπική ιεροτελεστία, γι’ αυτό και η ανανέωση του γάμου σήμερα είναι δυνατή στα όρια του μυστηρίου και όχι του νόμου. Κάθε μυστήριο είναι τόπος και τρόπος συνεργίας χάρης και ελευθερίας, δυνατότητα θεανθρώπινης κοινωνίας και αγάπης. Και τούτο επειδή η σωτηρία που ενεργούν και χαρίζουν τα μυστήρια, είναι σωτηρία μέσα στην αγάπη και με την αγάπη και όχι ανταπόδοση της θείας δικαιοσύνης στα αξιόμισθα έργα μας. Μας σώζει το έλεος του Θεού, που είναι μέγα για όλο τον κόσμο, άγνωστο βέβαια σ’ εκείνους που επιδιώκουν την ατομική τους δικαίωση ή αυτοδικαίωση, την ατομική τους σωτηρία ή αυτοσωτηρία. Γιατί δεν υπάρχει ατομική σωτηρία όπως και ατομική αμαρτία, αλλά σωτηρία με τους άλλους και για τους άλλους. Το μυστήριο της σωτηρίας μας, που παρατείνεται στις μυστηριακές πράξεις της Εκκλησίας μας, είναι η πραγμάτωση της μιας και μόνης αγάπης, εκείνης δηλαδή που εκφράζεται στο καθολικό, θεανθρώπινο επίπεδο. Σωτηρία μου δεν είναι τα έργα μου αλλά ο Θεός μου, μια δωρεά, ένα όραμα καθολικό που πρέπει να μοιραστώ με τους αδελφούς μου, μια βεβαιότητα, μια εμπειρία, που πρέπει να εκφραστεί στην αγάπη και και με την αγάπη στον πλησίον μου. Μη ξεχνάμε πως, όταν καλούμαστε να μιμηθούμε το Θεό και Κύριό μας, καλούμαστε να τον μιμηθούμε στην αγάπη και το έλεός του και μάλιστα στους αμαρτωλούς. Η σωτηρία έρχεται από την αγάπη και γνωρίζεται στην αγάπη. Γίνεται τρόπος ζωής, ήθος, η αγάπη και το έλεος, με τα οποία πραγματοποιούμε το «καθ’ ομοίωσιν».

Ο γάμος δεν είναι συμβατική ένωση και νομική συμβίωση των δύο φύλων ή δύο ατόμων, όπου καθένα προβάλλει και διεκδικεί τα δικά του ή τα θέλει και τα κάνει όλα δικά του. Δεν παύει, δυστυχώς, αυτή η συμβατικότητα και ατομικότητα να διέπει και να σφραγίζει το γάμο των ανθρώπων, ώστε ο γάμος αυτός να μεταβάλλεται σε πεδίο αντιδικιών και ερίδων, εχθρότητας και τυραννικής συμβιώσεως, όπου ο καθένας ζει τη δική του ζωή και απαίτηση και γίνεται θρασύς και κυνικός στην ανεξαρτησία του. Να γιατί ο γάμος βρίσκεται συνήθως κοντά στο διαζύγιο ή γιατί μιλούμε περισσότερο για το διαζύγιο παρά για το γάμο. Επειδή το διαζύγιο τρέφεται με τις αντιδικίες και τις διεκδικήσεις των φύλων, με την αυθαιρεσία και το «ασυμβίβαστο χαρακτήρων» των ατόμων. Το διαζύγιο δεν είναι παρά ο θρίαμβος του ατομισμού και των αυθαίρετων επιθυμιών μας, η υπόκυψη στον πειρασμό της ανεξαρτησίας και της ατομικής ζωής. Δεν είναι παρά ο καρπός της πονηριάς να επιβληθούμε τυραννικά στον άνδρα ή στη γυναίκα μας, ή της αδυναμίας να πραγματοποιήσουμε στο πρόσωπό μας την κατεξοχήν κλήση που είναι η αγάπη. Το διαζύγιο γελοιοποιείται στις δικαιολογίες-λογική του και γελοιοποιεί και τη σοβαρότητα-εντιμότητα των ανθρώπων. Γιατί μαρτυρεί την άρνησή μας να κατανοήσουμε τον άλλο σε κάθε περίσταση και να μοιραστούμε μ’ αυτόν όλη τη ζωή μας. Ή γιατί διαστρέφει το νόημα του γάμου, που επιτέλους δεν είναι κάποια ευτυχισμένη περιπέτεια ή μέθη των σεξουαλικών παιχνιδιών, αλλά ενσάρκωση του δυσκολότερου έργου και της μεγαλύτερης τέχνης: Να ζεις μαζί με τον άλλο, να ζεις σ’ αυτόν κι αυτός σ’ εσένα, που δεν είναι παρά το έργο και η τέχνη της αγάπης. Μόνο το μυστήριο της αγάπης μπορεί πέρα και πάνω από τα ανθρώπινα δεδομένα και κριτήρια να συνάπτει σε κοινωνία ζωής δύο άγνωστα πρόσωπα και να ανεβάζει τη συζυγική σχέση στο επίπεδο μιας νέας οικειότητας και ενότητας, πέρα και πάνω από κάθε ανθρώπινη φιλία και συγγένεια.

Μόνο η γρηγορούσα και εφευρετική αγάπη μπορεί να θεραπεύει τις αδυναμίες και τις ελλείψεις, τα πάθη και τα λάθη και να βρίσκει μια διέξοδο στο αδιέξοδο των ατομικών σκοπιμοτήτων και σχεδίων, της διαψεύσεως και της απογνώσεως, που συνήθως ακολουθούν τα σεξουαλικά και ερωτικά πράγματα. Μόνο αυτή η αγάπη μπορεί να μας θυμίζει την ευθύνη μας και να μας γνωρίζει μια μέθοδο για να διαλεγόμαστε και να κοινωνούμε με τον άνδρα ή τη γυναίκα μας, με την ίδια διάθεση και άνεση που διαλεγόμαστε και κοινωνούμε μ’ έναν άλλον άνδρα ή μια άλλη γυναίκα. Και μόνο αυτή η αγάπη μπορεί ακόμη να υπερβαίνει το μοναδικό λόγο διαζυγίου, τη μοιχεία, που συνιστά προσβολή ή απουσία της αγάπης των συγκεκριμένων προσώπων κι είναι για τούτο η μεγαλύτερη αμαρτία. Όπου δεν υπάρχει αγάπη, εκεί δεν υπάρχει γάμος ή υπάρχει η υποκρισία και ο δρόμος του διαζυγίου. Μόνο «η αγάπη ανοικοδομεί και δίνει το να κολλήσει ο ένας με τον άλλο, να συμπαγεί και συναρμοστεί» (Ι. Χρυσόστομος). Κάνει δηλαδή δυνατή τη σύναψη ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα μιας μοναδικής και διαρκούς γαμικής κοινωνίας, μιας συζυγίας και συμψυχίας που εκφράζει την ελπίδα της αιώνιας ζωής και εκφράζεται μ’ όλους τους τρόπους της καθημερινής ζωής.


πρωτ. Μιχαήλ Καρδαμάκης

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Ο Θεός δεν αφίσταται από κανέναν άνθρωπο

Η συγκλονιστική ομιλία του μητροπολίτη Λεμεσού Αθανάσιου για την άδικη, παράλογη και επονείδιστη προφυλάκιση του γέροντα Εφραίμ, ηγουμένου της Ι.Μ. Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους. Η ομιλία εκφωνήθηκε σε μια αλλιώτικη διαμαρτυρία στις 28/12/2011 έξω από την Πρεσβεία της Ελλάδος στη Λευκωσία.

Μέρος Α'


Είναι αλήθεια ότι ποτέ δεν σκέφτηκα ότι θα βρισκόμασταν σ' αυτήν την ώρα. Την τόσο δύσκολη, την τόσο θλιβερή και την τόσο γεμάτη ντροπή με την πράξη που έγινε με τη φυλάκιση του γέροντος Εφραίμ. [...]

Ασφαλώς ο Θεός παρακολουθεί και την κάθε λεπτομέρεια της ζωής μας. Ο Θεός δεν αφίσταται από κανέναν άνθρωπο, αλλά συμπαρίσταται ο Ίδιος προσωπικά σε κάθε ένα που δοκιμάζεται, σε κάθε ένα ο οποίος αδικείται, σε κάθε ένα ο οποίος Του μοιάζει. Γιατί κάθε αδικημένος άνθρωπος, όπως έλεγε ο γέροντας Παΐσιος, μοιάζει με τον αδικημένο Χριστό. Κι ο Χριστός εισέρχεται στην καρδιά του ανθρώπου αυτού και μένει μαζί του και γίνεται η καρδιά του πραγματικά βασιλειά του Θεού επί της γης.

Ψάλαμε, αδελφοί μου, αυτές τις μέρες, τις ημέρες των Χριστουγέννων, υμνώντας τη γέννηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός». Μας προτρέπει η Εκκλησία μέσα από την εμπειρία της να ανατρέξουμε να δούμε πού εγεννήθηκε ο Χριστός, γιατί αυτό έχει μεγάλη σημασία για όλους μας. [...]

Κι αν αυτήν την ώρα θέλομε να ψάξομε να δούμε πού είναι ο Χριστός, σίγουρα δεν θα τον δούμε μέσα στα μέγαρα των ανθρώπων του κόσμου τούτου, ούτε μέσα στους ανθρώπους οι οποίοι φαίνονται ευτυχισμένοι κατά κόσμον, μέσα στην κοσμική φαντασία. Αλλά οπωσδήποτε ο Χριστός γεννάται στις καρδιές των ταπεινών ανθρώπων που Τον αγαπούν, σ' αυτές τις καρδιές που Tον αναζητούν και ιδιαίτερα σήμερα ο Χριστός γεννάται εις τον Κορυδαλλό, όπου ο γέροντας Εφραίμ ευρίσκεται κεκλεισμένος, ευρίσκεται φυλακισμένος, γιατί ηθέλησε να προασπιστεί τα δικαιώματα της Μονής του, γιατί με την παρουσία του έφερε την Ορθοδοξία σε μεγάλα ύψη πνευματικά, γιατί προέβαλε την Ορθόδοξη Εκκλησία στα πέρατα του κόσμου.

Δυστυχώς δεν είναι παράξενο το ότι συμπεριφερόμαστε με αυτόν τον τρόπο. Η ιστορία του ανθρωπίνου γένους έχει πολλά τέτοια παραδείγματα. Ο ίδιος ο Χριστός είπε εις τους δικούς Του πατριώτες κατά σάρκα: «τίνα των προφητών ουκ εδίωξαν οι πατέρες ημών;» Αυτή είναι η πορεία των αγίων, αυτή είναι η πορεία των μιμητών του Χριστού, αυτή είναι η πορεία όσων θέλουν να Του μοιάσουν. Και βέβαια όταν κανείς βάζει το χέρι του στο αλέτρι ξέρει ότι πρέπει να βαδίσει τον δρόμο αυτό μέχρι τέλους, χωρίς να στραφεί καθόλου στα οπίσω, χωρίς να δειλιάσει, χωρίς να σκεφτεί το δικό του συμφέρον ή τη δική του υστεροβουλία ή οτιδήποτε άλλο αφορά τη δική του ιδιοτέλεια. Γι' αυτό και κάθε άνθρωπος που αγαπά τον Θεό βαδίζει τον δρόμο του με υπομονή, μετά πολλών θλίψεων, μετά πολλής δυσκολίας. Αλλά αυτό γίνεται για τον ίδιο πηγή χάριτος. 

Μπορώ να σας ομολογήσω ότι είμαι βέβαιος ότι αυτό για τον γέροντα Εφραίμ είναι μια μεγάλη δωρεά της Χάριτος του Θεού, όπως μεγάλη δωρεά ήταν η Σταύρωση του Χριστού για όλο τον κόσμο. Ο Χριστός με τον σταυρό Του έσωσε τον άνθρωπο, αυτοί όμως που τον εσταύρωσαν εχάθηκαν. Ο Νέρωνας, ο αυτοκράτορας της Ρώμης, και όλοι εκείνοι οι αυτοκράτορες που εγέμισαν τον παράδεισο με εκατομμύρια μάρτυρες σίγουρα έδωσαν στην Εκκλησία έναν πλούτο ακαταμάχητο, την πληθύ των αγίων μαρτύρων, τα αίματα των αγίων μαρτύρων πάνω στα οποία ιδρύθηκε και στερεώθηκε η Εκκλησία. Αλλά οι ίδιοι χάθηκαν, οι ίδιοι απωλέσθηκαν γιατί αυτό το έκαναν κινούμενοι από τα πάθη τους, κινούμενοι από το σκότος της ειδωλολατρίας, στο οποίο ευρίσκονταν.

Και ο γέροντας θα εξέλθει απ' αυτήν τη δοκιμασία, όταν ο Θεός κρίνει ότι τελείωσε αυτός ο χρόνος. Θα εξέλθει σίγουρα δυνατότερος και σίγουρα αγιότερος. Θα γευθεί εκεί μέσα στο κελί, στο δύσκολο κελί της φυλακής, την παρουσία του Χριστού και θα καταλάβει πόσο μεγάλη χάρη λαμβάνει η ψυχή του ανθρώπου εν μέσω πολλών θλίψεων. Αλλά όμως οι αδικήσαντες και οι κρίναντες αυτήν την πράξη ασφαλώς δεν θα γευθούν αυτήν τη χαρά, μάλλον αντί αυτού θα γευθούν το σκότος της δικής τους κατάστασης, των δικών τους έργων. [...]

Μαζευτήκαμε σήμερα εδώ αυτό το βράδυ για να εκφράσουμε τη διαμαρτυρία μας ειρηνικά μέσα σ' ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Να πούμε ότι αυτό που έγινε δεν το δεχόμαστε, δεν μας εκφράζει. Αυτό το πράγμα δεν μπορούμε να το αποδεχτούμε στην ψυχή μας. Γιατί κι αυτοί που κρίνουν δεν είναι αλάνθαστοι, γιατί κι αυτοί πρέπει να κρίνονται. [...]

Πού είναι όλοι αυτοί οι οποίοι κατέστρεψαν την Ελλάδα, όλοι αυτοί που κατέφαγαν τον δημόσιο πλούτο, όλοι αυτοί οι άνθρωποι πού βρίσκονται τώρα; Κι αν έγιναν αδικήματα αυτά τα έκανε ο γέροντας μόνος του; Όλοι οι υπόλοιποι πού βρίσκονται; Στ' ανάκτορα και στα μέγαρα, βολεμένοι όλοι κρατούντες ο καθένας και αποκομίζοντας τους πλούτους τους. Βέβαια αυτό το αφήνουμε στα χέρια του Θεού, δεν είμαστε εμείς οι οποίοι θα πάρουμε τη δικαιοσύνη στα χέρια μας. Αλλά ας μη μας νομίζουν ότι δεν έχουμε κοινή λογική να καταλάβουμε τι γίνεται, να καταλάβουμε ότι θέλουν εξιλαστήρια θύματα, για να καταλάβουμε ότι αυτοί που τον έβαλαν στη φυλακή το έκαναν για να αποπροσανατολίσουν τον ελληνικό λαό, για να τον κάνουν να ξεχάσει τα πραγματικά του προβλήματα και να στραφεί η προσοχή του αλλού.

Κι εμείς δεν τρώμε κουτόχορτο, καταλαβαίνουμε πολύ καλά τι έκαμαν! Αλλά θα αποδώσει ο Θεός στον καθένα κατά τα έργα του. Την ανθρώπινη δικαιοσύνη μπορεί να την αποφύγουν, και μπορεί να είναι προστατευμένοι από τους διάφορους νόμους που έκαμαν οι ίδιοι για να προστατεύσουν τους εαυτούς τους. Τη δικαιοσύνη του Θεού όμως κανένας δεν μπορεί να την αποφύγει. Και θα έρθει ώρα που θα αποδώσουν λόγο εις τον Δίκαιο Κριτή, ο καθένας από μας, για όλες τις πράξεις τις οποίες εκάμαμε. Εκεί αποβλέπομεν. Και εις τον Θεό μόνον έχομε την ελπίδα μας. [...]

Και όλοι αυτοί οι πατέρες τους οποίους εγνωρίσαμε και είδαμε στο πρόσωπό τους τον Χριστό, είδαμε μαρτυρουμένη τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, δεν ήταν άνθρωποι που είχαν κοσμική επιφάνεια, ήταν άνθρωποι ταπεινοί, άνθρωποι που γεύτηκαν την αδικία, που γεύτηκαν τη συκοφαντία, που γεύτηκαν τους διωγμούς, αλλά ο Θεός τους εδικαίωσε. Και όπως ο Ίδιος μας υπεσχέθη «μακάριοι οι κλαίοντες ότι γελάσουσι», έτσι και ο γέροντάς μας ο αείμνηστος έκλαιγε στη ζωή του ολόκληρη υπέρ όλου του κόσμου, αλλά εις την κοίμησή του εγέλασε το λείψανό του και εμαρτύρησε τον λόγο αυτόν τον αψευδή του Χριστού, ότι όντως ο λόγος του Θεού είναι αληθινός. [...]

Πόσες φορές είδαμε δύσκολες στιγμές στη ζωή μας; Αλλά εκεί που ήταν η δυσκολία, εκεί ήταν ο Θεός! Εκεί στη μεγάλη ώρα της δυσκολίας, εκεί ο Θεός ήταν παρών. Γι' αυτό δεν λυπούμαστε τον γέροντα! Δεν ήρθαμε εδώ για να τον λυπηθούμε. Τους εαυτούς μας λυπούμαστε που μας κυβερνούν αυτοί οι άνθρωποι και που οδηγούν την πατρίδα μας στην καταστροφή. Λυπούμαστε για το κατάντημα της Ελλάδος. Λυπούμαστε γιατί βρίσκεται η τύχη της πατρίδας μας στα χέρια ανθρώπων οι οποίοι δεν είναι ικανοί να κυβερνήσουν τον τόπο αυτόν.

Αλλά όμως ελπίζομε εις την ελληνική παράδοση, ελπίζομε εις την παρουσία των αγίων, εις τις ευχές όλων αυτών των ανθρώπων οι οποίοι καθημερινά προσεύχονται. Την Ελλάδα τη στηρίζουν οι άγιοί της, τη στηρίζει η ιστορία της, τη στηρίζει η παρουσία της μέσα στους αιώνες. Κι όσες δυσκολίες κι αν συναντήσομε, ως Ορθόδοξοι Έλληνες Χριστιανοί θα βαδίσομε τον δρόμο μας αναλογιζόμενοι τη βαριά αυτήν κληρονομιά που μας παρέδωσαν οι πατέρες μας και οι ευχές των αγίων μας και η παρουσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας.

Δεν μας διαφεύγει το γεγονός ότι αυτή η πράξη δεν στρέφεται εναντίον του γέροντος Εφραίμ. Στρέφεται εναντίον της Εκκλησίας, εναντίον του Αγίου Όρους, εναντίον της Ορθοδοξίας, εναντίον του μοναχισμού!

Τι έχουν να φοβηθούν και τον φυλάνε με όλα αυτά τα περιπολικά; Θα φύγει ο γέροντας; Αν ήθελε να φύγει θα έφευγε εδώ και καιρό. [...] 



Μέρος Β'

Κι ας ακουστεί η προσευχή μας εις τον Θεό της αγάπης. Να φωτίσει αυτούς που κυβερνούν, να κυβερνήσουν τον τόπο επιτέλους προς το καλό, προς το αγαθό, να κοιτάξουν τα πραγματικά τους προβλήματα. Να πάψουν να εθελοτυφλούν και να ψάχνουν να βρουν εξιλαστήρια θύματα. Αλλού είναι τα προβλήματά τους. Δεν είναι στον πατέρα Εφραίμ! Δεν κινδυνεύουν απ' αυτόν, δεν κινδυνεύουν από έναν απλό μοναχό, δεν κινδυνεύουν από κανένα. Εμείς κινδυνεύουμε απ' αυτούς που κυβερνούν! Ο τόπος κινδυνεύει απ' αυτούς.

Γι' αυτό δεν ξέρουν τι να κάνουν, δεν ξέρουν ποιο να βάλουν, δεν βρίσκουν άνθρωπο να τους κυβερνήσει. Φτάσαμε σ' αυτό το χάλι να μην έχομε άνθρωπο να κυβερνήσει τον τόπο. Ψάχνουμε να βρούμε ένα ικανό να σταθεί μπροστά, να πάρει τα ηνία του τόπου και να τον τραβήξει μπροστά...

Τι κάμνομεν; Ο καθένας στη δική του θέση, στο δικό του πόστο, εκεί που η πρόνοια του Θεού έβαλε  τον κάθε ένα, να αγωνιστούμε, να σταθούμε δυνατοί, ακλόνητοι. Έχουμε μέσα στην ψυχή μας βεβαία την πεποίθηση ότι ο Θεός δεν εγκαταλείπει κανένα: ούτε τον τόπο μας, ούτε την Εκκλησία, ούτε τον γέροντα, ούτε την αδελφότητα της Μονής, ούτε το Άγιο Όρος, ούτε κανένα.

Κι εμείς ξέρομε πολύ καλά, είμαστε αυτόπτες μάρτυρες της αγιότητας και της αληθείας των πατέρων και του Αγίου Όρους. Δεν χρειαζόμαστε να μας τα πει καμιά «καλού-κακού», καμιά απ' όλες αυτές που δεν ξέρουν τι σημαίνει Άγιο Όρος, ούτε δεν είδαν ποτέ τους άνθρωπο του Θεού και δεν μπορούν να καταλάβουν τι γίνεται μέσα σ' αυτούς τους άγιους χώρους καθημερινά.

Εύχομαι, αδελφοί μου, η χάρις του Χριστού μας ο οποίος εγεννήθηκε μέσα στο σπήλαιο για να μας δώσει κουράγιο στη δική μας ζωή, για να μας ενισχύσει να βαδίζομε τον αγώνα μας, να γεννηθεί στις καρδιές όλου του κόσμου, να οδηγήσει τον κόσμο όλο σε οδούς ειρήνης και να δώσει την αγάπη Του στις ψυχές των ανθρώπων, ώστε όλος ο κόσμος να γνωρίσει τον Κύριο και να καταλάβομε ότι αυτό είναι που μας λείπει και τίποτ' άλλο. Αυτό είναι που έχουμε ανάγκη. [...] 



Πηγή: κανάλι O-Tiron

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Ικεσία του αθώου που τον σύρουν σε δίκη


ΨΑΛΜΟΣ ΛΔ' (34ος)*

Δίκασόν, Κύριε, τοὺς ἀδικοῦντάς με, πολέμησον τοὺς πολεμοῦντάς με.
ἐπιλαβοῦ ὅπλου καὶ θυρεοῦ καὶ ἀνάστηθι εἰς τὴν βοήθειάν μου,
ἔκχεον ῥομφαίαν καὶ σύγκλεισον ἐξ ἐναντίας τῶν καταδιωκόντων με· εἶπον τῇ ψυχῇ μου· Σωτηρία σού εἰμι ἐγώ.
αἰσχυνθήτωσαν καὶ ἐντραπήτωσαν οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου, ἀποστραφήτωσαν εἰς τὰ ὀπίσω καὶ καταισχυνθήτωσαν οἱ λογιζόμενοί μοι κακά.
γενηθήτωσαν ὡσεὶ χνοῦς κατὰ πρόσωπον ἀνέμου, καὶ ἄγγελος Κυρίου ἐκθλίβων αὐτούς·
γενηθήτω ἡ ὁδὸς αὐτῶν σκότος καὶ ὀλίσθημα, καὶ ἄγγελος Κυρίου καταδιώκων αὐτούς·
ὅτι δωρεὰν ἔκρυψάν μοι διαφθορὰν παγίδος αὐτῶν, μάτην ὠνείδισαν τὴν ψυχήν μου.
ἐλθέτω αὐτῷ παγίς, ἣν οὐ γινώσκει, καὶ ἡ θήρα, ἣν ἔκρυψε, συλλαβέτω αὐτόν, καὶ ἐν τῇ παγίδι πεσεῖται ἐν αὐτῇ.
ἡ δὲ ψυχή μου ἀγαλλιάσεται ἐπὶ τῷ Κυρίῳ, τερφθήσεται ἐπὶ τῷ σωτηρίῳ αὐτοῦ.
πάντα τὰ ὀστᾶ μου ἐροῦσι· Κύριε, τίς ὅμοιός σοι; ρυόμενος πτωχὸν ἐκ χειρὸς στερεωτέρων αὐτοῦ καὶ πτωχὸν καὶ πένητα ἀπὸ τῶν διαρπαζόντων αὐτόν.
ἀναστάντες μοι μάρτυρες ἄδικοι, ἃ οὐκ ἐγίνωσκον, ἐπηρώτων με.
ἀνταπεδίδοσάν μοι πονηρὰ ἀντὶ ἀγαθῶν καὶ ἀτεκνίαν τῇ ψυχῇ μου.
ἐγὼ δὲ ἐν τῷ αὐτοὺς παρενοχλεῖν μοι ἐνεδυόμην σάκκον καὶ ἐταπείνουν ἐν νηστείᾳ τὴν ψυχήν μου, καὶ ἡ προσευχή μου εἰς κόλπον μου ἀποστραφήσεται.
ὡς πλησίον, ὡς ἀδελφῷ ἡμετέρῳ οὕτως εὐηρέστουν· ὡς πενθῶν καὶ σκυθρωπάζων, οὕτως ἐταπεινούμην.
καὶ κατ᾿ ἐμοῦ εὐφράνθησαν καὶ συνήχθησαν, συνήχθησαν ἐπ᾿ ἐμὲ μάστιγες, καὶ οὐκ ἔγνων, διεσχίσθησαν καὶ οὐ κατενύγησαν.
ἐπείρασάν με, ἐξεμυκτήρισάν με μυκτηρισμῷ, ἔβρυξαν ἐπ’ ἐμὲ τοὺς ὀδόντας αὐτῶν.
Κύριε, πότε ἐπόψῃ; ἀποκατάστησον τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τῆς κακουργίας αὐτῶν, ἀπὸ λεόντων τὴν μονογενῆ μου.
ἐξομολογήσομαί σοι ἐν ἐκκλησίᾳ πολλῇ, ἐν λαῷ βαρεῖ αἰνέσω σε.
μὴ ἐπιχαρείησάν μοι οἱ ἐχθραίνοντές μοι ἀδίκως, οἱ μισοῦντες με δωρεὰν καὶ διανεύοντες ὀφθαλμοῖς.
ὅτι ἐμοὶ μὲν εἰρηνικὰ ἐλάλουν καὶ ἐπ᾿ ὀργὴν δόλους διελογίζοντο.
καὶ ἐπλάτυναν ἐπ᾿ ἐμὲ τὸ στόμα αὐτῶν, εἶπαν· εὖγε, εὖγε, εἶδον οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν.
εἶδες, Κύριε, μὴ παρασιωπήσῃς, Κύριε, μὴ ἀποστῇς ἀπ᾿ ἐμοῦ·
ἐξεγέρθητι, Κύριε, καὶ πρόσχες τῇ κρίσει μου, ὁ Θεός μου καὶ ὁ Κύριός μου, εἰς τὴν δίκην μου.
κρῖνόν με, Κύριε, κατὰ τὴν δικαιοσύνην σου, Κύριε ὁ Θεός μου, καὶ μὴ ἐπιχαρείησάν μοι.
μὴ εἴποισαν ἐν καρδίαις αὐτῶν· εὖγε, εὖγε τῇ ψυχῇ ἡμῶν· μηδὲ εἴποιεν· Κατεπίομεν αὐτόν.
αἰσχυνθείησαν καὶ ἐντραπείησαν ἅμα οἱ ἐπιχαίροντες τοῖς κακοῖς μου, ἐνδυσάσθωσαν αἰσχύνην καὶ ἐντροπὴν οἱ μεγαλοῤῥημονοῦντες ἐπ᾿ ἐμέ.
ἀγαλλιάσθωσαν καὶ εὐφρανθήτωσαν οἱ θέλοντες τὴν δικαιοσύνην μου καὶ εἰπάτωσαν διαπαντός· μεγαλυνθήτω ὁ Κύριος, οἱ θέλοντες τὴν εἰρήνην τοῦ δούλου αὐτοῦ.
καὶ ἡ γλῶσσά μου μελετήσει τὴν δικαιοσύνην σου, ὅλην τὴν ἡμέραν τὸν ἔπαινόν σου.




Μετάφραση (έκδ. Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας, Αθήνα: 1997)

Κύριε, κρίνε εκείνους που με κατακρίνουν· πολέμησε όσους με πολεμούν.
Πάρε ασπίδα κι όπλο κι έλα βοήθησέ με.
Σύρε κοντάρι για ν' ανακόψεις εκείνους που με καταδιώκουν· πες στην ψυχή μου: «Η σωτηρία σου είμ' εγώ».
Ας νικηθούν κι ας ντροπιαστούν αυτοί που θέλουνε να πάρουν τη ζωή μου!
Ας πισωστρέψουν κόκκινοι από ντροπή αυτοί που το κακό μου μελετούν.
Ας γίνουνε σαν το άχυρο που το σκορπίζει ο αγέρας· και του Κυρίου ο άγγελος ας τους κυνηγά.
Ας είναι σκοτεινή κι ολισθηρή η πορεία τους· και του Κυρίου ο άγγελος ας τους καταδιώκει.
Γιατί αναίτια μου στήσαν την παγίδα τους· αναίτια σκάψαν λάκκο, για να μου πάρουν τη ζωή.
Στον λάκκο όμως αυτοί θα πέσουν δίχως να το προσμένουνε· και στην παγίδα που έκρυψαν οι ίδιοι θα πιαστούνε· στον λάκκο μέσα θα χαθούν.
Κι η ψυχή μου θα νιώσει χαρά για τον Κύριο, για τη σωτήρια επέμβασή του αγαλλίαση.
Όλα τα οστά μου θα το πουν: Ποιος, Κύριε, σαν κι εσένα; Λυτρώνεις τον αδύναμο από τον δυνατότερό του, τον δύσμοιρο και τον φτωχό απ' τον καταπιεστή του.
Μάρτυρες άδικοι παρουσιάστηκαν, για όσα δεν ήξερα εκείνοι μ' ανακρίναν.
Μου ανταποδώσανε κακό αντί καλό, ερήμωσε η ψυχή μου.
Κι εγώ, όταν ήταν άρρωστοι, είχα φορέσει πένθιμα· με τη νηστεία ταπεινωνόμουν και με σκυφτό κεφάλι την προσευχή μου σιγοψιθύριζα.
Σαν να 'τανε για φίλο και γι' αδελφό μου πηγαινοερχόμουνα· σαν να πενθούσα μια μητέρα θλιμμένος έσκυβα.
Αλλά στη συμφορά μου αυτοί χάρηκαν και συνάχθηκαν -συνάχθηκαν εναντίον μου- να με συκοφαντήσουν, και όμως δεν το ήξερα· με χλεύαζαν χωρίς σταματημό.
Αντάμα με τους ασεβείς με χλεύαζαν, μου τρίζανε τα δόντια.
Κύριε, ως πότε θα τα βλέπεις;
Προστάτευσέ με απ' τις καταστροφές τους· από τα λιονταρόπουλα την ακριβή ζωή μου.
Θα σε δοξολογήσω μες σε μεγάλη σύναξη· ανάμεσα σ' αμέτρητο λαό θα σ' εξυμνήσω.
Για μένα ας μη χαίρονται όσοι είν' εχθροί μου δίχως λόγο· ας πάψουν με τα μάτια τα νοήματα όσοι αναίτια με μισούν.
Δεν μιλάνε ειρηνικά· και για τους ήσυχους της γης απάτης λόγια σκέφτονται.
Φλυάρησαν σε βάρος μου και είπαν: «Είδαμ' εμείς τι έκανες!»
Εσύ όμως, Κύριε, είδες· μη μείνεις σιωπηλός. Κύριέ μου, μη μ' αφήνεις!
Ξύπνα και σήκω και υπερασπίσου με· Θεέ και Κύριέ μου, πάρε το μέρος μου!
Κρίνε με σύμφωνα με τη δικαιοσύνη σου, Κύριε και Θεέ μου, για να μη χαίρονται για μένα.
Και να μη σκέφτονται στο βάθος τους: «Μπράβο μας, τον νικήσαμε.» Και να μη λένε: «Τον κατάπιαμε».
Ας ντρέπονται όλοι τους κι ας κοκκινίζουν, όσοι για τα παθήματά μου χαίρονται· ας σκεπαστούνε με ντροπή κι ονειδισμό όσοι αλαζονικά περνούν μπροστά μου.
Ας ευφρανθούνε κι ας χαρούν αυτοί που χαίρονται για τη δικαίωσή μου· κι ας λένε συνεχώς: «Μεγάλος είν' ο Κύριος! Επιθυμεί την ευτυχία του εκλεκτού του.»
Κι η γλώσσα μου θα διηγιέται τη δικαιοσύνη σου· όλη τη μέρα θα σ' εξυμνεί.

*κατά την αρίθμηση των Ο' 

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Τα χτυπήματα του πατέρα


Γνωρίζουμε ότι η υπομονή είναι πολύτιμη αρετή, που μας καθιστά αρεστούς στον Θεό. Αλλά η άσκηση της υπομονής δεν είναι καθόλου εύκολο κατόρθωμα. Θέλει βέβαια επιστράτευση ψυχικών δυνάμεων. Θέλει οπωσδήποτε θερμή και πολλή προσευχή για να έλθει η χάρις του Θεού και να δυναμώσει την ψυχή. Αλλά θέλει και σκέψεις πνευματικές, για να παρηγορείται και να ενισχύεται η ψυχή.

Ένα γεγονός θα σου διηγηθώ, αδελφέ, που συνέβη κάποτε και έχει γραφεί και δίδει την ευκαιρία πολλών σκέψεων για να απαντηθεί το ερώτημα, γιατί ο Θεός επιτρέπει τους πόνους στη ζωή μας;

Κάποτε, ενώ ήταν χειμώνας και νύχτα, ναυάγησε ένα μικρό αλιευτικό πλοιάριο στις ακτές του Καναδά. Ο πλοίαρχος και ο γιος του, μοναδικοί επιβάτες του μικρού αλιευτικού , βγήκαν στην ακτή κολυμπώντας ,με βρεγμένα ρούχα και σε άσχημη κατάσταση. Γλύτωσαν από τον κίνδυνο του πνιγμού. Τώρα όμως θα πέθαιναν από το κρύο και τα βρεγμένα ρούχα. Ενώ ο πατέρας βρισκόταν σε απόγνωση, είδε, στο βάθος του δάσους που εκτεινόταν μπροστά τους, ένα αμυδρό φως. Ήταν η μοναδική ελπίδα. Το μέρος ήταν έρημο και άγνωστο. Πουθενά δεν φαινόταν κάποια κατοικία. Πατέρας και γιος άρχισαν λοιπόν να βαδίζουν προς το αμυδρό φως που έβλεπαν στο δάσος τρέμοντας, βέβαια, από το κρύο, καθώς ήταν μούσκεμα. Εάν έφθαναν εγκαίρως στο φως και έβρισκαν κάποια περιποίηση , θα γλύτωναν το βέβαιο θάνατο.

Εκεί όμως που βάδιζαν, ο γιος άρχισε να μουδιάζει, γατί τα βρεγμένα ρούχα και το πολύ κρύο τον πάγωναν. Το βάδισμά του έγινε πολύ δύσκολο και διέτρεχε τον κίνδυνο να μουδιάσουν τα πόδια του περισσότερο και να μην μπορούν να βαδίσουν καθόλου. Ο πατέρας κοίταζε να ενισχύσει το παιδί του και να το ενθαρρύνει, ώστε να συνεχίσει να περπατά. Μα δυστυχώς το μούδιασμα των ποδιών αυξανόταν και η δυσκολία του βαδίσματος γινόταν δυσχερέστερη.
Τότε ο πατέρας σοφίστηκε το εξής τέχνασμα: απέσπασε ένα κλαδί από ένα δένδρο που βρέθηκε δίπλα του και με το κλαδί αυτό άρχισε να χτυπά τα πόδια του παιδιού , το οποίο δεν μπορούσε πια σχεδόν καθόλου να βαδίσει. Ο γιος διαμαρτυρήθηκε στην αρχή γιατί τον χτυπούσε ο πατέρας. Και ο πατέρας, με πονεμένη αλλά στοργική φωνή, του απάντησε:
- Παιδί μου, πρέπει να βαδίσεις! Νίκησε το μούδιασμα των ποδιών σου και προχώρα! - Πατέρα, δεν μπορώ! Φώναξε το παιδί. Τα πόδια μου μουδιάζουν όλο και περισσότερο!

Τότε ο πατέρας έσφιξε την καρδιά του και άρχισε να χτυπά στα πόδια το παιδί του πολύ δυνατότερα. Τα πόδια του παιδιού μάτωσαν, αλλά εξαναγκάστηκε να βάλει τα δυνατά του και να συνεχίσει το περπάτημα. Τελικά, κουτσαίνοντας και με μόχθο, έφθασε μαζί με τον πατέρα του στο σπιτάκι στο οποίο έβλεπαν το φως.
Ήταν ματωμένα τα πόδια του και πληγιασμένα από το ράβδισμα με την κλάρα, που είχε αποσπάσει ο πατέρας από το δέντρο. Το παιδί βρισκόταν σε άθλια κατάσταση, αλλά ήδη είχαν φθάσει στο σπίτι. Εκεί απόλαυσαν αμέσως τη στοργή και την περιποίηση. Και έτσι σώθηκαν, πατέρας και γιος, από το βέβαιο θάνατο.
Τι έκανε ο πατέρας; Θλιβερό καθήκον! Εξαναγκάστηκε να χτυπά το παιδί του στα πόδια δυνατά για να το αναγκάσει να φτάσουν στο σπίτι της σωτηρίας. Πικρό το μέσο, αλλά σωτήριο για τη ζωή τους.

Αυτό γίνεται πολλές φορές στη ζωή. Ο Θεός Πατέρας που μας αγαπά, θέλει οπωσδήποτε τη σωτηρία μας. Κάποτε εμείς οι άνθρωποι αμελούμε και κωφεύουμε στη φωνή Του. Και τότε ο Θεός Πατέρας από στοργή επιτρέπει κάποιο μαστίγωμά μας, για να ξυπνήσουμε από το λήθαργο ψυχική αμέλειας και να αφυπνιστούμε πνευματικά. Επιτρέπει ο Θεός θλίψεις και δοκιμασίες για πνευματική μας ωφέλεια. «Ον γαρ αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν ον παραδέχεται» ( Παροιμ. γ΄,12 ) . Πικρό το ποτήριο του πόνου, αλλά σωτήριο.
Αδελφέ μου, τίποτε δεν γίνεται τυχαία. Το ότι ο Θεός επέτρεψε αυτή τη δοκιμασία την οποία περνάς, σημαίνει ότι έχει το σοφό σχέδιό Του. Είναι για το καλό σου. Δέξου τη θλίψη σαν επίσκεψη Θεού. Υποτάξου στο θέλημα του Θεού. Παρακάλεσε μεν τον Θεό να σε βγάλει από τη δοκιμασία και να σου πάρει τον πόνο. Και παρακάλεσε και πάλιν και πολλάκις, με επιμονή και πίστη, να σου αφαιρέσει ο Θεός την δοκιμασία. Αλλά, αν η αγαθότης Του δεν σου αφαιρεί τη θλίψη, δείξε υπομονή και υποταγή. Ειπέ μες στην καρδιά σου: « Κύριε, γενηθήτω το θέλημά Σου. Όχι όπως θέλω εγώ, αλλά όπως θέλεις Εσύ». Ειπέ μαζί με τον Κεμπήσιο Θωμά: «Κύριε, αν θες να είμαι στο φως, έσο ευλογημένος. Εάν θες να μην είμαι στο φως, πάλιν έσο ευλογημένος. Εάν θες να έχω χαρά, έσο ευλογημένος. Εάν θες να έχω θλίψη και δοκιμασία, πάλιν έσο ευλογημένος». Η υπομονή σου, αδελφέ μου, και η υποταγή σου στον Θεό ανεβαίνουν ως θυμίαμα ενώπιον του θρόνου της θείας χάριτος.

Είναι άπειρα τα παραδείγματα ανθρώπων που σώθηκαν από βέβαιη ψυχική καταστροφή με το ξύπνημα το πνευματικό, που τους έφερε μια δοκιμασία στη ζωή. Άκουσα με τα αυτιά μου κάποιους να λέγουν: «Έχασα την υγεία μου, αλλά βρήκα την υγεία της ψυχής μου. Και είμαι ευτυχής» ή «Γνώρισα τον Θεό μέσα από τη θλίψη και τη δοκιμασία. Ήμουν βουτηγμένος στην αμαρτία και ο Θεός επέτρεψε να χάσω το εμπόριό μου και να βυθιστώ στην φτώχεια. Μα άνοιξαν τα μάτια μου στο φως της πίστεως! Και ζω τώρα πολύ φτωχότερα, αλλά πολύ περισσότερο ευτυχισμένος ».

Επίσης, είδα πολλές φορές στη ζωή μου πονεμένους και πενθούντας για τον θάνατο προσφιλών τους προσώπων ανθρώπους, οι οποίοι ζούσαν ως τότε τελείως ξένοι προς την Εκκλησία, μετά όμως από το φρικτό φαρμάκι του πόνου, τους είδα να αλλάζουν τρόπο ζωής, να αφυπνίζονται πνευματικά, να ενδιαφέρονται για τη μετά θάνατον ζωή, που ως τότε δεν τους είχε απασχολήσει , να βρίσκουν την παρηγοριά τους στην Εκκλησία και να σώζονται πνευματικά.

Το σχέδιο του Θεού στη ζωή μας, αδελφέ μου, είναι σοφό και στοργικό. Να τα δεχόμαστε όλα από το χέρι του Θεού με υποταγή, ταπείνωση και πιστότητα στην αγάπη Του. Υπάρχουν στιγμές που είναι συμφέρον για εμάς κάποιος πόνος ή κάποια δοκιμασία . Εμείς είμαστε πολλές φορές κοντόφθαλμοι. Ο Θεός βλέπει πολύ μακρύτερα από εμάς.

Έχω δει πλειστάκις και στην προσωπική μου ζωή, κάτω από μια δοκιμασία να κρύβεται μεγάλη ψυχική ωφέλεια. Έχω δει το χέρι του Θεού πολλές φορές στη ζωή μου, αδελφέ, άλλοτε να με θωπεύει και άλλοτε να με χαστουκίζει. Όμως πάντοτε είδα ότι το χέρι ήταν στοργικό και αποβλέπει στη δική μου σωτηρία.

Μητροπολίτου πρ. Πειραιώς Καλλινίκου Καρούσου, Για σένα που πονάς, εκδ. Χρυσοπηγή, Αθήνα 2011

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Το εξόριστο βρέφος


Πολλές φορές οι άνθρωποι, που αγωνίζονται να τηρούν το θέλημα του Θεού, απορούν γιατί συναντούν όλο «αναποδιές» και «ατυχίες». Και μάλιστα τη στιγμή, που οι θρησκευτικά αδιάφοροι δεν αντιμετωπίζουν κανένα πρόβλημα και καμιά δοκιμασία.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μιλώντας για τη φυγή του Νεογέννητου Χριστού στην Αίγυπτο, απαντάει με σαφήνεια και χωρίς περιστροφές:

Από την αρχή, λέγει, του πνευματικού αγώνα πρέπει να περιμένουμε πειρασμούς και δοκιμασίες.

Βλέπεις, ότι αυτό γίνεται και στον Χριστό, ενώ ακόμη είναι στα σπάργανα; Μόλις γεννήθηκε, ξεσηκώθηκε εναντίον του ο Ηρώδης. Ακολουθεί η φυγή στην Αίγυπτο. Εξορία σε χώρα βαρβαρική.

Ακούγοντας τα αυτά, πρόσεξε. Μην ταραχθείς, όταν σε βρίσκουν αθεράπευτες συμφορές και αμέτρητοι κίνδυνοι! Και κυρίως πρόσεξε. Μην ειπείς: «Γιατί μου συμβαίνουν αυτά; Εγώ, αφού τηρώ τις εντολές του Θεού, έπρεπε να στεφανωθώ και να ανακηρυχθώ νικητής! Να αποκτήσω όνομα και δόξα!»

Μη σκέφτεσαι έτσι. Αντίθετα να τα δέχεσαι όλα με γενναιότητα. Πνευματική ζωή χωρίς πειρασμούς δεν γίνεται.

Να έχεις απόλυτη εμπιστοσύνη στον Θεό. Τέτοια εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού είχε και ο Δίκαιος Ιωσήφ. Του εμφανίζεται ο Άγγελος και του λέγει: «Πάρε το Παιδί και τη Μητέρα Του και πηγαίνετε στην Αίγυπτο.»

Δεν σκανδαλίσθηκε· όταν άκουσε αυτά ο Ιωσήφ. Ούτε είπε στον Άγγελο: «Τι μπερδεμένα πράγματα μου λες; Εσύ δεν μου έλεγες προηγουμένως, ότι Αυτός θα σώσει τον λαό Του; Τώρα λοιπόν, ούτε τον Εαυτό Του δεν μπορεί να σώσει;! Άλλα μου υποσχέθηκες και άλλα γίνονται στην πραγματικότητα;»

Δεν μίλησε έτσι ο Ιωσήφ. Τίποτε από αυτά δεν είπε. Είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον Θεό. Ούτε για τον χρόνο επιτροφής από την Αίγυπτο δεν δείχνει περιέργεια τη στιγμή μάλιστα που ο Άγγελος μίλησε πολύ αόριστα για επιστροφή.

Πιστεύει, υπακούει και υπομένει με χαρά όλους τους πειρασμούς.

***


Να, λοιπόν! Ο αληθινός μαθητής του Χριστού δεν ξαφνιάζεται, όταν τον βρίσκουν θλίψεις και δοκιμασίες. Αλλά παίρνει θάρρος· γιατί ενθυμείται, ότι Αυτός που για μας έγινε Νήπιο, από την πρώτη στιγμή της επιγείους ζωής Του αντιμετώπισε διωγμούς και ταλαιπωρίες.


Πηγή: περιοδικό Ο Άγιος Λάζαρος, έκδ. Ι.Ν. Αγ. Λαζάρου Λάρνακος, Δεκέμβριος 2011.


Υ/γ. Ευχόμαστε σ' όσους δοκιμάζονται σκληρά από τον πόνο του χωρισμού, του θανάτου, της ασθένειας, του φόβου, της πείνας, της προδοσίας, της κατάρρευσης των ονείρων, της συκοφαντίας, να τους προσφέρει απλόχερα την Παρηγορία Του το Θείο Βρέφος. Ευχόμαστε και στον γέροντα Εφραίμ να εξέλθει πιο φωτεινός μετά κι από αυτή την ανθρώπινη δίωξη...

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Με διάπυρη αγάπη συγκατέβης από τον ουρανό!



Ύμνος για τη Γέννηση του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού

Με διάπυρη αγάπη, Κύριε, συγκατέβης από τον ουρανό· 
από την αιώνια άνωθεν ομορφιά, κατήλθες στον ζοφώδη πόνο·
από το αιώνιο Φως, κατήλθες στο πυκνό σκοτάδι του κακού.
Έτεινες το άγιο χέρι Σου στους ανθρώπους,
που τους στραγγάλιζε η αμαρτία.
Ο ουρανός κατεπλάγη, η γη εσείσθη!
Καλώς όρισες, Χριστέ! Χαίρετε, λαοί, και αγαλλιάσθε!

Με διάπυρη αγάπη, Θεέ,
από την οποία Συ έπλασες τον κόσμο,
εκένωσας Εαυτόν, μορφήν δούλου λαβών, τους δεσμίους για να λυτρώσεις·
για να αναπλάσεις τον οίκο του Θεού
που έφθειρε ο Αδάμ·
για να φωτίσεις τους εσκοτισμένους,
να ελευθερώσεις τους αμαρτωλούς.
Αγάπη, Εσύ, που φόβο δεν γνωρίζεις, που ουδέποτε εκπίπτεις.
Καλώς όρισες, Χριστέ! Αρχηγέ της Σωτηρίας μας!

Με διάπυρη αγάπη, Βασιλεύ του Κάλλους,
άφησες την αγγελική ακτινοβολία των Χερουβείμ
και καταδύθηκες στο σπήλαιο της ανθρώπινης ζωής,
φως και ειρήνη για να δώσεις στους απελπισμένους.
Η γη κατεπλάγη με φόβο. Πώς να χωρέσει Σε τον Αχώρητο;
Καλώς όρισες, Χριστέ! Ο κλίνας ουρανούς και συγκαταβάς!

Σε προσδοκούσε πολύ καιρόν
η Κεχαριτωμένη Παρθένος·
η γη την ανυψώνει ως Εσένα, Κύριε,
κλίμακα επουράνιο, γέφυρα μετάγουσα,
ώστε δι' αυτής Συ να συγκαταβείς και
εκ του Θρόνου Σου του επηρμένου,
να κατέλθεις από την πόλη του ουρανού,
για να φέρεις την Υγεία
και τον άνθρωπο να λυτρώσεις απ' την αμαρτία!
Παναγία Παρθένε, Χρυσούν Θυμιατήριον!
Σοι πρέπει δόξα και αίνεσι, Μητέρα Κεχαριτωμένη! 


Πηγή: Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ο πρόλογος της Αχρίδος: Δεκέμβριος, εκδ. «Άθως», σ. 232-233.


Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Ο Μεγάλος Αναμενόμενος


«Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ κυρίου διὰ τοῦ προφήτου...» (Ματθ. α' 22)

Όλες οι προφητείες στρέφονται γύρω από ένα πρόσωπο, τον αναμενόμενο Μεσσία και γύρω από ένα θέμα, τη λύτρωση του ανθρώπου. Το διορατικό βλέμμα των προφητών δεν περιορίζεται από τα πυκνά φράγματα του παρόντος. Διασχίζει τους αιώνες και αντικρίζει Αυτόν, ο οποίος αποτελούσε την ελπίδα του Ισραήλ, και των εθνών την προσδοκία. Μπροστά στο αντίκρισμά Του, άλλοτε σκιρτά η καρδιά τους από αγαλλίαση και χαρούμενοι διαλαλούν τον ερχομό Του. Άλλοτε σπαράζουν από αγωνία και τα τρομερά τους «ίνα τι;» συνταράζουν τα πλήθη, που τους ακούνε. Άλλοτε γεμίζουν από θάμβος και έκσταση και ακράτητο ενθουσιασμό, που τον μεταδίδουν και στους άλλους. Σ' όλες τις περιπτώσεις αντικρίζουν ανάλογες σκηνές από τη ζωή και το έργο του Μεγάλου Λυτρωτή με πλήρεις λεπτομέρειες. [...]

Μια συναρμολόγηση όλων [...] των προφητειών δίδει μια πλήρη ιστορία του Χριστού. Και όμως η ιστορία γράφηκε αιώνες πριν από την πραγματοποίησή της και η συγγραφή της κράτησε 1.500 χρόνια!

Όλα αυτά ένα πράγμα υπογραμμίζουν: τη θεία προσωπικότητα του Σωτήρα. Μπροστά λοιπόν σ' Αυτόν που προκατήγγειλαν οι μεγάλοι γενάρχες της ανθρωπότητας και οι προφήτες και που με λαχτάρα προσδοκούσε η ανθρωπότητα, τι θέση παίρνουμε εμείς σαν άτομα; Σε λίγες μέρες θα τρέξουμε να μετάσχουμε τις χαρμόσυνες εορτές των Χριστουγέννων. Εξωτερικά όλα θα είναι γιορταστικά και χαρμόσυνα. Τα σπίτια θα στολισθούν. Μεγάλοι και μικροί θα ομορφοντυθούν. Ευχές, δώρα και επισκέψεις θ' ανταλλαγούν. Όλα θα συντελούν στην όσο το δυνατό περισσότερο θερμή και άνετη ατμόσφαιρα. Αλλά εσωτερικά τι θα συμβαίνει; Θα έχει πανηγύρι και η καρδιά; Θα έχει στρωμένη και καλοστολισμένη τη μεγάλη της αίθουσα; Θα είναι τα βάζα γεμάτα με δροσερά και μυρωδάτα λουλούδια; Και στην πολυθρόνα της θα κάθεται ο μεγάλος της Επισκέπτης;

Αν ναι, τότε ασφαλώς θα νιώσουμε Χριστούγεννα. Η ενανθρώπηση του Χριστού δεν θα είναι για μας ένα απλό ιστορικό γεγονός. Αλλά ένα γεγονός, που σαν λαμπρό αστέρι θα σκορπά μέσα μας και γύρω μας μύριες ακτινοβολίες. Γι' αυτό, Χριστιανέ μου, αν θέλεις και ποθείς να νιώσεις πραγματικά Χριστούγεννα, τρέξε να ενωθείς με τους ποιμένες της Βηθλεέμ και τους Μάγους της Ανατολής. Μείνε μαζί τους ολονυκτίς άγρυπνος με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό. Κλείσε τις πόρτες των αισθήσεών σου σ' όλα τα γήινα και άφησε την ακοή της ψυχής σου να συλλάβει τα μυστικά κύματα τόσων ελπίδων και προσδοκιών, που επίμονα εξαποστέλλουν τόσοι και τόσοι νοσταλγοί του χαμένου παραδείσου. Ζήσε και συ όλο πιο έντονα μπορείς το μεγάλο μυστήριο της αναμονής, για να νιώσεις και στον υπέρτατο βαθμό τον ύμνο των Αγγέλων: «Δόξα εν Υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».

Αγαπητοί, οι μέρες πλησιάζουν. Η κτίση όλη πήρε ήδη στάση ευλαβικού συναγερμού. Το σπήλαιο προετοίμασε τη φάτνη, οι Μάγοι ξεκίνησαν με τα δώρα της αγάπης τους και ο Αστέρας προπορεύεται χαράσσοντας την πορεία τους. Οι φύλακες άγγελοι ετοιμάζονται ν' ανοίξουν τις προαιώνιες ουράνιες πύλες, για να ξεχυθεί στη γη ο χείμαρρος των αγγέλων. Ο ουρανός σκύβει για να μη χάσει από τα μάτια του το ασύλληπτο και υπερφυές μυστήριο της θείας ενανθρωπήσεως. Η γη σκιρτά από αγαλλίαση, γιατί σε λίγο θα φιλοξενήσει τον Κτίστη της και ο Υμνωδός απευθυνόμενος στον Ισραήλ λέγει: «Δεύρο Ισραήλ βραδυκάρδιε, απόθου το εν τη ψυχή επικείμενόν σοι νέφος, επίγνωθι τον πλάστην εν σπηλαίω τικτόμενον».

Ανταποκρινόμενοι κι εμείς στην πρόσκληση αυτή του Υμνωδού, ας απομακρύνουμε κάθε σκιά και νέφος από την ψυχή μας και με αγνούς και καθαρούς «τους ένδοθεν λογισμούς» ας σύρουμε τα βήματά μας μπροστά στην ταπεινή φάτνη, ευλαβικοί προσκυνητές του Θείου Βρέφους με τη θερμή προσευχή στα χείλη:
«Σ' ευχαριστούμε που καταδέχτηκες
στη φάτνη τούτη να ξανάρθεις:
Ω, μείνε χρόνια, χρόνια ατέλειωτα
μέσα μας, αφέντης και μονάρχης.»
Γ. Βερίτης


Πηγή: Ιερός Ναός Χρυσελεούσης Στροβόλου: Ενοριακό Δελτίο Οικοδομής και Ενημέρωσης, έτος ιθ', αρ. 12, Δεκέμβριος 2011, σ. 227-229

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Είναι πολύ αργά;



Ο απόστολος Παύλος σε μία από τις επιστολές του λέει ότι πρέπει να βιαστούμε να ζήσουμε, επειδή ο χρόνος είναι απατηλός. Ζούμε όλες τις μέρες της ζωής μας σαν να γράφουμε βιαστικά, απρόσεχτα, ένα πρόχειρο γραφτό που μια μέρα θα καθαρογραφεί.

Είναι σαν να ετοιμαζόμαστε να κτίσουμε και μαζεύουμε όλα τα χρειώδη που αργότερα θα οργανωθούν σε ομορφιά, αρμονία και νόημα. Ζούμε μ' αυτό τον τρόπο, χρόνο με το χρόνο, δίχως να ολοκληρώνουμε ή να τελειοποιούμε αυτά που μπορούμε να κάνουμε, επειδή έχουμε καιρό μπροστά μας.

Λέμε στον εαυτό μας: αργότερα θα κάνω κάτι, αυτό μπορεί να γίνει αργότερα, κάποια μέρα θα κάνω το καθαρογράψιμο. Αλλά τα χρόνια περνούν και δεν κάνουμε τίποτε.

Αυτό συμβαίνει όχι μόνο επειδή πλησιάζει ο θάνατος, αλλά επειδή σε κάθε περίοδο της ζωής μας δεν έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε όσα η προηγούμενη περίοδος μας έχει επιτρέψει να κάνουμε.

Δεν μπορούμε να επιτύχουμε μια όμορφη και γεμάτη νεότητα κατά την περίοδο της ωριμότητας, όπως δεν μπορούμε, σε μεγάλη ηλικία, να αποκαλύψουμε στον Θεό και στον κόσμο αυτό που πιθανώς θα ήμασταν στα χρόνια της ωριμότητας.

Υπάρχει ο κατάλληλος καιρός για όλα τα πράγματα, αλλά, μόλις περάσει, δεν είναι πλέον δυνατόν να γίνουν αυτά.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ έλεγε ότι υπάρχει φωτιά στα μάτια των νέων, αλλά θα έπρεπε να υπάρχει και φως στα μάτια των γερόντων.

Ο καιρός της δυνατής φωτιάς περνά, ο καιρός του φωτός πλησιάζει, αλλά όταν έλθει ο καιρός για να γίνουμε φως, δεν μπορούμε πλέον να κάνουμε αυτά τα πράγματα που έπρεπε να είχαν γίνει την εποχή που ήμασταν φωτιά.

Ο χρόνος είναι απατηλός.

Όταν μας λένε ότι πρέπει να θυμόμαστε τον θάνατο, δεν είναι για να μας δώσουν φόβο για τη ζωή, αλλά για να μας κάνουν να ζήσουμε με όλη την ένταση που θα είχαμε αν συνειδητοποιούσαμε ότι κάθε στιγμή είναι μόνο η στιγμή που κατέχουμε, και ότι η κάθε στιγμή της ζωής πρέπει να είναι τέλεια: μας υποδεικνύεται όχι το βάθος αλλά η κορυφή του κύματος, όχι μια ήττα αλλά ένας θρίαμβος.

Έτσι, η μνήμη θανάτου φαίνεται ότι είναι η μόνη δύναμη που κάνει τελικά τη ζωή έντονη.

Εκείνοι που είχαν την ευκαιρία να ζήσουν για κάποια περίοδο μ' έναν ετοιμοθάνατο, μ' ένα πρόσωπο που γνωρίζει τον ερχομό του θανάτου, και έχουν συνειδητοποιήσει κι αυτοί αυτό το γεγονός, θα πρέπει να κατανοήσουν το τι μπορεί να σημαίνει για μια σχέση η παρουσία του θανάτου.


Σημαίνει πως κάθε λέξη οφείλει να περιλαμβάνει όλο το σεβασμό, όλη την ομορφιά, όλη την αρμονία και την αγάπη που πιθανώς να βρισκόταν σε κατάσταση νάρκης σ' αυτήν τη σχέση.


Σημαίνει ότι δεν υπάρχει τίποτε το ασήμαντο, επειδή όσο ασήμαντο κι αν είναι κάτι, μπορεί να γίνει είτε έκφραση αγάπης ή ακόμη και άρνησή της.

Αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό, επειδή χρωματίζει όλη μας τη στάση απέναντι στον θάνατο. Μπορεί να τη μετατρέψει σε μεγάλη πρόκληση, σε κάτι που θα μας επιτρέψει να αναπτυχθούμε στο πλήρες μέτρο της ηλικίας και στο να προσπαθούμε συνεχώς να είμαστε όλα όσα μπορούμε να γίνουμε, χωρίς ελπίδα να βελτιωθούμε αργότερα αν δεν φροντίσουμε να είμαστε σωστοί από σήμερα.

Ο Ντοστογιέφσκυ, στους «Αδελφούς Καραμαζώφ», μιλά για την κόλαση. Λέει πως η κόλαση μπορεί να συνοψιστεί σε δύο λέξεις: «πολύ αργά!»


Μόνο η μνήμη του θανάτου μας επιτρέπει να ζήσουμε αυτό που δεν θα έπρεπε ποτέ να αντιμετωπίσουμε υπό το βάρος αυτής της φοβερής συνειδητοποίησης: είναι πολύ αργά.


π. Αντώνιος Μπλουμ, Θάνατος και Απώλεια
Αποδελτίωση: Με παρρησία (7/9/2011)

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Όποιος θάβει τα δικά του χαρίσματα, ζηλεύει τα χαρίσματα των άλλων


- Γέροντα, πώς θα βοηθηθεί κάποιος που ζηλεύει να ξεπεράσει τη ζήλεια;

- Αν γνωρίσει τα χαρίσματα με τα όποια τον έχει προικίσει ο Θεός και τα αξιοποιήσει, τότε δεν θα ζηλεύει και η ζωή του θα είναι Παράδεισος. Πολλοί δεν βλέπουν τα δικά τους χαρίσματα· βλέπουν μόνον τα χαρίσματα των άλλων και τους πιάνει η ζήλεια. Θεωρούν τον εαυτό τους αδικημένο, μειωμένο, κι έτσι βασανίζονται και κάνουν τη ζωή τους μαύρη. «Γιατί αυτός να έχει αυτά τα χαρίσματα κι εγώ να μην τα έχω;», λένε. Μα εσύ έχεις άλλα χαρίσματα, εκείνος άλλα. Θυμάστε τον Κάιν και τον Άβελ; Δεν έψαξε ο Κάιν να βρει τα δικά του χαρίσματα, αλλά κοιτούσε τα χαρίσματα του Άβελ· οπότε καλλιέργησε τον φθόνο προς τον αδελφό του, μετά τα έβαλε και με τον Θεό και τελικά από τον φθόνο έφθασε στον φόνο. Και μπορεί αυτός να είχε περισσότερα και μεγαλύτερα χαρίσματα από τον Άβελ.

- Γέροντα, πώς μπορεί κανείς, όταν βλέπει τα χαρίσματα των άλλων, να μη ζηλεύει, αλλά να χαίρεται;

- Αν αξιοποιεί τα δικά του χαρίσματα και δεν τα θάβει, τότε θα χαίρεται με τα χαρίσματα των άλλων. Χρόνια τώρα βλέπω εδώ μια αδελφή τι φωνή έχει, τι ευλάβεια, και όμως δεν πάει να ψάλει. Και επειδή το δικό της χάρισμα το θάβει και δεν ψάλλει, μαραζώνει, όταν ακούει την άλλη που δεν έχει και τόσο καλή φωνή να ψάλλει. Δεν σκέφτεται ότι σ' αυτήν έδωσε ο Θεός καλύτερη φωνή, αλλά δεν την καλλιεργεί.

Γι' αυτό, λέω, ο καθένας να ψάξει να δει μήπως το χάρισμα που βλέπει στον άλλον και το ζηλεύει το έχει και αυτός, αλλά δεν το καλλιεργεί, ή μήπως ο Θεός του έδωσε άλλο χάρισμα. Γιατί ο Θεός δεν αδικεί κανέναν, στον καθέναν έχει δώσει ένα διαφορετικό χάρισμα που θα τον βοηθήσει στην πνευματική του πρόοδο.

Όπως ο ένας άνθρωπος δεν μοιάζει με τον άλλο, έτσι και το χάρισμα του ενός δεν μοιάζει με του άλλου. Προσέξατε καμμιά φορά τα αγριομπίζελα που έχετε εκεί κάτω στον φράχτη; Όλα είναι από μία ρίζα, αλλά έχουν διαφορετικά χρώματα και το ένα είναι πιο όμορφο από το άλλο. Και όμως το ένα δεν ζηλεύει το άλλο... Το καθένα χαίρεται με το χρώμα που έχει. Βλέπετε και τα πουλιά; Το καθένα έχει τη χάρη του, το δικό του κελάηδημα.

Ας βρει λοιπόν ο καθένας τα χαρίσματα που του έδωσε ο Θεός, ας δοξάζει τον Καλό Θεό, όχι εγωιστικά, φαρισαϊκά, αλλά ταπεινά, αναγνωρίζοντας ότι δεν έχει ανταποκριθεί στις δωρεές του Θεού, και ας τα αξιοποιήσει στο εξής.

- Γέροντα, ζηλεύω μερικές αδελφές, γιατί έχουν ορισμένα χαρίσματα που εγώ δεν τα έχω.

- Σ' εσένα ο Θεός έδωσε τόσα χαρίσματα κι εσύ ζηλεύεις τα χαρίσματα των άλλων; Μου θυμίζεις την κόρη ενός ζαχαροπλάστη που είχαμε στην Κόνιτσα. Ο πατέρας της της έδινε κάθε μέρα ένα μικρό κομμάτι ραβανί, για να μην την πειράξει το μεγάλο, και αυτή έβλεπε τα παιδιά στο σχολείο που έτρωγαν μεγάλο κομμάτι μπομπότα [1] και τα ζήλευε. «Τι μεγάλο κομμάτι τρώνε αυτά! έλεγε. Έμενα ο πατέρας μου μικρό μου δίνει». Ζήλευε την μπομπότα που έτρωγαν τα άλλα παιδιά, ενώ αύτη ειχε ολόκληρο ζαχαροπλαστείο και έτρωγε ραβανί! Θέλω να πω, κι εσύ δεν εκτιμάς τα μεγάλα χαρίσματα που σου έδωσε ο Θεός, αλλά βλέπεις τα χαρίσματα των άλλων και ζηλεύεις.

Ας μην είμαστε αχάριστοι προς τον Καλό Πατέρα μας Θεό, ο Όποιος έχει προικίσει όλα τα πλάσματά Του με χαρίσματα διάφορα, γιατί Αυτός γνωρίζει τι χρειάζεται ο καθένας μας, ώστε να μη βλαφθούμε. Εμείς όμως πολλές φορές κάνουμε σαν τα μικρά παιδιά και παραπονιόμαστε, γιατί δεν έδωσε και σ' εμάς ο Πατέρας ένα φράγκο ή ένα δίφραγκο [2], όπως έδωσε στα αδέλφια μας, ενώ σ' εμάς έχει δώσει ολόκληρο εκατοστάρικο.

Νομίζουμε ότι αυτό που έδωσε σ' εμάς δεν είναι τίποτε, γιατί περνάμε το εκατοστάρικο για χαρτί, και μας συγκινεί το φράγκο ή τό δίφραγκο που έδωσε στα αδέλφια μας και κλαίμε και αγανακτούμε με τον Καλό Πατέρα μας!


Γέροντας Παΐσιος

[1] μπομπότα = ψωμί από αραβοσιτάλευρο.
[2] φράγκο = δραχμή, δίφραγκο = δίδραχμο

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Μόνο με την αγάπη


Μακάριος είναι ο άνθρωπος που μπορεί ν’ αγαπάει εξίσου όλους τους ανθρώπους· αυτός αγαπάει πραγματικά. Όποιος αγαπάει τους δικούς του ανθρώπους, αγαπάει μόνο για ν’ αγαπηθεί. Γι’ αυτούς που έχουν δοκιμάσει την πραγματική αγάπη, η συγγένεια του αίματος δεν προσθέτει τίποτε. Όταν αγαπάει κανείς πραγματικά, η διάθεσή του για τους άλλους ανθρώπους δεν εξαρτάται από τις ιδέες τους, αλλά αποβλέποντας στην ανθρώπινη φύση, που όλοι έχουμε κοινή, τους αγαπάει όλους εξίσου.

Τίποτε δεν μαστίζει τόσο το ανθρώπινο γένος, όσο η κατάψυξη της αγάπης, και τίποτε δεν το ανορθώνει, όσο η με κάθε τρόπο επιδίωξή της. Η κατάψυξη της αγάπης δημιουργεί και τις διχογνωμίες και τις ιδεολογικές συγκρούσεις, γιατί με το να μην αγαπούμε τους αδελφούς μας, τους φθονούμε όταν ευδοκιμούν και ο φθόνος γεννά τη φιλαρχία και η φιλαρχία τις ιδεολογικές συγκρούσεις. Τίποτε δεν ψυχραίνει την αγάπη τόσο, όσο οι διχόνοιες και τίποτε δεν αυξάνει τόσο το κακό, όσο η ψύχρανση της αγάπης. Γιατί η ψύχρανση της αγάπης οδηγεί στον εγωκεντρισμό και ο εγωκεντρισμός διαιρεί, διαλύει και διασπά την ενότητα των ανθρώπων.

Η ψυχική υγεία δεν επιτυγχάνεται στον χωρισμό αλλά στην ενότητα, που έχει τη δύναμη περισσότερο από κάθε τι άλλο να μας εξασφαλίζει το έλεος του Θεού. Άλλος τρόπος να σωθεί ο άνθρωπος δεν υπάρχει παρά διά του πλησίον. Η σχέση με τον συνάνθρωπο είναι φάρμακο της ζωής και της αθανασίας.

Η απομόνωση του ανθρώπου, είναι το πρώτο πράγμα που ο Θεός χαρακτήρισε ως κακό. Η μοναξιά και η απομόνωση είναι αντιφάσεις στη δημιουργική πράξη του Θεού. Ο Θεός έφτιαξε το άνθρωπο για να ζει με άλλους κ ο πρώτος «άλλος» ήταν η γυναίκα. Η κατανόηση των τόσο θεμελιώδους σημασίας για τον άνθρωπο ανθρωπίνων σχέσεων, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη μελέτη και κατανόηση του γάμου, που θα πρέπει να είναι η κατ’ εξοχήν ανθρώπινη σχέση.

π. Φιλόθεου Φάρου – π. Σταύρου Κοφινά, Γάμος, έκδ. Ακρίτας, 2005, σσ. 37, 39-40.

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Μνημονεύουμε γιατί αγαπάμε




Γιατί τα ονόματα;

Μερικοί ρωτούν γιατί μνημονεύουμε τα ονόματα των κεκοιμημένων και των ζώντων στις προσευχές που κάνουμε γι' αυτούς. Ο Θεός σαν παντογνώστης που είναι, δεν ξέρει τα ονόματά τους και τις ανάγκες τους;

Όμως αυτοί που μιλούν και σκέπτονται έτσι, ξεχνούν ότι την προσευχή δεν την κάνομε για ενημέρωση του Θεού. Φυσικά ο Θεός δεν έχει ανάγκη τέτοιας ενημερώσεως. Άλλη είναι η σημασία αυτής της προσευχής.

Προσευχόμεθα υπέρ των ζώντων και των μεταστάντων και τους μνημονεύουμε με τα ονόματά τους, για να δείξουμε, ότι τους αγαπάμε με όλη μας την καρδιά. Γιατί δεν είμαστε απλώς συγγενείς ή φίλοι ή γνωστοί, αλλά «αλλήλων μέλη». Μέλη της Μιάς Εκκλησίας. Του Ενός Μυστικού Σώματος του Χριστού.

Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στη μηχανική και απαθή μνημόνευση των ονομάτων και στην ολοκάρδια προσευχή. Το ένα απέχει από τον άλλο, όσο ο ουρανός από τη γη.

Η προσευχή πρέπει να είναι ειλικρινής εκδήλωση αγάπης. Η αγάπη είναι η πρώτη και μεγάλη εντολή. Γι' αυτό ο Θεός τη δέχεται. Και γι' αυτό την περιμένει! Η αγάπη για τους ζώντες και κεκοιμημένους αδελφούς μας είναι χρέος. Το πρώτο από όλα. Κάθε λέξη στην προσευχή, κάθε λέξη που πηγάζει από τα βάθη της καρδιάς, έχει πολλή δύναμη: «Πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργουμένη», λέγει η Αγία Γραφή.

Και αν έχει τόση μεγάλη σημασία η μνημόνευση των ονομάτων ζώντων και κεκοιμημένων σε οποιαδήποτε προσευχή, πόσο μεγαλύτερη σημασία και αξία έχει, όταν μνημονεύονται τα ονόματα στην ιερότερη προσευχή, στη Θεία Λειτουργία; Στη Θεία Λειτουργία ο ιερέας επισφραγίζει τη μνημόνευση των ονομάτων ζώντων και κεκοιμημένων με τα λόγια «Απόπλυνον, Κύριε, τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων Σου τω αίματί Σου τω αγίω».


Αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης
περιοδ.  Ο Άγιος Λάζαρος, έκδ. Ι.Ν. Αγ. Λαζάρου, Δεκέμβριος 2011, σ. 3

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Ο άγιος της συγγνώμης


Ο Άγιος Διονύσιος γεννήθηκε το 1547 μ.Χ. στο χωριό Αιγιαλός της Ζακύνθου. Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Δραγανίγος ή Γραδενίγος Σιγούρος (ή Σηκούρο). Η οικογενειά του ήταν εύπορη και κατείχε μεγάλη έκταση γης, ενώ οι γονείς του συμμετέχοντας στους πολέμους των Βενετών κατά των Τούρκων απέκτησαν και αριστοκρατικό ιδίωμα. Ο πατέρας του λεγόταν Μώκιος και η μητέρα του Παυλίνα, ενώ είχε άλλα δύο αδέλφια τον Κωνσταντίνο και τη Σιγούρα. Σύμφωνα με τοπικές παραδόσεις της Ζακύνθου, που δεν επιβεβαιώνονται ιστορικά, ο Άγιος είχε για ανάδοχο τον Άγιο Γεράσιμο*.

Ο Άγιος Διονύσιος, ανατράφηκε με τα διδάγματα του Ευαγγελίου. Έτσι γρήγορα διακρίθηκε στα γράμματα και την αρετή. Νωρίς, μόλις ενηλικιώθηκε, ασχολήθηκε με τη διδασκαλία του θείου λόγου, φροντίζοντας συγχρόνως να συντρέχει στην ανακούφιση των φτωχών. Κατόπιν έγινε μοναχός στη βασιλική Μονή των Στροφάδων, παίρνοντας το όνομα Δανιήλ, όπου ασκήθηκε στην αγρυπνία, την εγκράτεια και τη μελέτη των Γραφών.

Αργότερα ο Διονύσιος, θα χριστεί ιερέας παρά τις αρχικές του επιφυλάξεις λόγω της βαριάς ευθύνης της ιεροσύνης, από τον επίσκοπο Κεφαληνίας και Ζακύνθου, Θεόφιλο. Έπειτα, το 1577 μ.Χ., πήγε στην Αθήνα, για να βρει καράβι προκειμένου να ταξιδέψει στα Ιεροσόλυμα. Αλλά ο τότε αρχιερέας των Αθηνών, Νικάνορας, άκουσε κάποια Κυριακή το λαμπρό του κήρυγμα και μετά από πολλές παρακλήσεις τον έκανε επίσκοπο Αιγίνης, με την επίσημη κατόπιν έγκριση της Εκκλησίας Κωνσταντινούπολης, δίνοντας του το όνομα Διονύσιος.

Τα ποιμαντικά του καθήκοντα, επιτέλεσε άγρυπνα και άοκνα. Αναδείχτηκε διδάσκαλος, πατέρας και παιδαγωγός του ποιμνίου του. Η φήμη του είχε διαδοθεί παντού, αλλά αυτός παρέμενε απλός και ταπεινός.

Ασθένησε όμως από τους πολλούς κόπους και παραιτήθηκε. Γύρισε στη Ζάκυνθο, όπου μέχρι το 1579 μ.Χ. ήταν προσωρινός επίσκοπος. Μετά αποσύρθηκε στη Μονή της Θεοτόκου της Αναφωνητρίας, όπου ασκήτευε και με αγάπη κήρυττε και βοηθούσε τους κατοίκους του νησιού.

Οι οικογένειες Σιγούρου και Μονδίνου από διασωθέντα έγγραφα που ανάγονται στα αρχεία της Βενετίας, φαίνεται να είχαν θανάσιμο μίσος. Συμπλοκές μεταξύ των δυο οικογενειών συνέβαιναν διαρκώς. Σε μια από αυτές ο αδελφός του Αγίου, Κωνσταντίνος, δολοφονήθηκε. Στην προσπάθεια όμως να διαφύγει ο δολοφονός του Κωνσταντίνου αναζήτησε καταφύγιο στο μοναστήρι που βρισκόταν ο Άγιος, χωρίς όμως να γνωρίζει τη συγγένεια. Όταν ο δολοφόνος έφτασε στη Μονή, ερωτήθη από τον Διονύσιο, που ήταν ο ηγούμενος της Μονής, γιατί ζητεί καταφύγιο, αφού κανονικά δεν επιτρέπετο να εισέλθει. Ο ίδιος απάντησε πως τον κυνηγούσαν οι Σιγούροι, ενώ μετά από διαρκείς ερωτήσεις ομολόγησε πως δολοφόνησε τον Κωνσταντίνο Σιγούρο. Ο Διονύσιος παρά τη θλίψη του, όχι μόνο έκρυψε τον δολοφόνο αλλά και τον φυγάδευσε. Έτσι με αυτόν τρόπο κατάφερε να αποτρέψει ένα ακόμα έγκλημα και ταυτόχρονα να δώσει τη δυνατότητα μετανοίας στον δολοφόνο, παρά την πικρία για το χαμό του αδελφού του, δίνοντας ένα παράδειγμα συγχωρητικότητας και υψηλής εφαρμογής των Χριστιανικών ιδεωδών. Για τον λόγο μάλιστα αυτό ονομάστηκε και «Άγιος της Συγνώμης».

Ο Διονύσιος πέθανε σε βαθιά γεράματα, 17 Δεκεμβρίου 1622 μ.Χ. Τάφηκε στη Μονή Στροφάδων και κατά την εκταφή το λείψανό του βγήκε ευωδιαστό και αδιάφθορο.

Η αγιότητά του αναγνωρίσθηκε από το οικουμενικό πατριαρχείο το 1703 μ.Χ., αλλά στο νησί ένεκα του βίου του, αλλά και του λειψάνου του ετιμάτο ως άγιος αρκετά νωρίτερα.

Στις 24 Αύγούστου του 1717 μ.Χ. μετεκομίσθη το Σεπτό Σκήνωμά του στη Ζάκυνθο για να προστατευθεί από τους πειρατές. Αρχικά φυλάχτηκε στον Ιερό Ναό του Μετοχίου της Ι. Μονής, στο προάστιο Καλλιτέρος. Το 1764 μ.Χ. εναποτέθηκε οριστικά στην ομώνυμη Ιερά Μονή του, που έχτισαν oι Μοναχοί των Στροφάδων. Από τότε το Σεπτό Σκήνωμά του αποτελεί μέχρι σήμερα πόλο έλξεως χιλιάδων προσκυνητών και πηγή συνεχών ιάσεων και θαυμάτων. [...]


Απολυτίκιο
Ἦχος α'. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Τῆς Ζακύνθου τὸv γόνον καὶ Αἰγίvης τὸν πρόεδρον, τὸv φρουρὸν μονῆς τὼv Στροφάδωv, Διοvύσιοv ἅπαντες, τιμήσωμεv συμφώνως οἱ πιστοί, βοῶντες πρὸς αὐτὸν εἰλικριvῶς· Tαῖς λιταῖς τοὺς τὴv σὴν μνήμην ἐπιτελοῦντας σῶσον καὶ βοῶντάς σοι· Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ· δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι· δόξα τῷ δωρησαμένῳ σε ἡμῖv, πρέσβυν ἀκοίμητον.




Κυριάκος Διαμαντόπουλος


*Εννοεί τον Άγιο Γεράσιμο Κεφαλληνίας.

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Η πίστη είναι υπόθεση της καρδιάς



Πρὶν ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια με πλησίασε κάποιος νεαρὸς φοιτητής. Μὲ πολλὴ διστακτικότητα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἔνταση τοῦ ἀπαιτητικοῦ ἀναζητητῆ, μοῦ δήλωσε ὅτι εἶναι ἄθεος, ποὺ ὅμως θὰ ἤθελε πολὺ νὰ πιστέψει, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε. Χρόνια προσπαθοῦσε καὶ ἀναζητοῦσε, χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα. Συνομίλησε μὲ καθηγητὲς καὶ μορφωμένους. Ἀλλὰ δὲν ἱκανοποιήθηκε ἡ δίψα του γιὰ κάτι σοβαρό. Ἄκουσε γιὰ μένα καὶ ἀποφάσισε νὰ μοιρασθεῖ μαζί μου τὴν ὑπαρξιακὴ ἀνάγκη του. Μοῦ ζήτησε μία ἐπιστημονικὴ ἀπόδειξη περὶ ὑπάρξεως Θεοῦ.

Ξέρεις ὁλοκληρώματα ἢ διαφορικὲς ἐξισώσεις; τὸν ρώτησα. Δυστυχῶς ὄχι, μοῦ ἅπαντα. Εἶμαι τῆς Φιλοσοφικῆς. Κρῖμα! διότι ἤξερα μία τέτοια ἀπόδειξη, εἶπα ἐμφανῶς ἀστειευόμενος. Ἔνιωσε ἀμήχανα καὶ κάπου σιώπησε γιὰ λίγο. Κοίταξε, τοῦ λέω. Συγγνώμη ποὺ σὲ πείραξα λιγάκι. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἐξίσωση, οὔτε μαθηματικὴ ἀπόδειξη. Ἂν ἦταν κάτι τέτοιο, τότε ὅλοι οἱ μορφωμένοι θὰ τὸν πίστευαν. Νὰ ξέρεις, ἀλλιῶς προσεγγίζεται ὁ Θεός. Ἔχεις πάει ποτὲ στὸ Ἅγιον Ὄρος; Ἔχεις ποτὲ συναντήσει κανέναν ἀσκητή; Ὄχι, πάτερ, ἀλλὰ σκέπτομαι νὰ πάω, ἔχω ἀκούσει τόσα πολλά... Ἂν μοῦ πεῖτε, μπορῶ νὰ πάω καὶ αὔριο. Ξέρετε κανέναν μορφωμένο νὰ πάω νὰ τὸν συναντήσω;

-Τί προτιμᾷς; Μορφωμένο ποὺ μπορεῖ νὰ σὲ ζαλίσει, ἢ ἅγιο ποὺ μπορεῖ νὰ σὲ ξυπνήσει;

-Προτιμῶ τὸν μορφωμένο. Τοὺς φοβᾶμαι τοὺς ἁγίους.

-Ἡ πίστη εἶναι ὑπόθεση τῆς καρδιᾶς. Γιὰ δοκίμασε μὲ κανέναν ἅγιο. Πῶς σὲ λένε; ρωτῶ. Γαβριήλ, μοῦ ἀπαντᾷ.

Τὸν ἔστειλα σὲ ἕναν ἀσκητή. Τοῦ περιέγραψα τὸν τρόπο προσβάσεως καὶ τοῦ ἔδωσα τὶς δέουσες ὁδηγίες. Κάναμε κι ἕνα σχεδιάγραμμα. Θὰ πᾶς, τοῦ εἶπα, καὶ θὰ ρωτήσεις τὸ ἴδιο πρᾶγμα. Εἶμαι ἄθεος, θὰ τοῦ πεῖς, καὶ θέλω νὰ πιστεύσω. Θέλω μία ἀπόδειξη περὶ ὑπάρξεως Θεοῦ. Φοβᾶμαι, ντρέπομαι, μοῦ ἀπαντᾷ. Γιατί ντρέπεσαι καὶ φοβᾶσαι τὸν ἅγιο καὶ δὲν ντρέπεσαι καὶ φοβᾶσαι ἐμένα; ρωτῶ. Πήγαινε ἁπλὰ καὶ ζῆτα τὸ ἴδιο πρᾶγμα.

Σὲ λίγες μέρες, πῆγε καὶ βρῆκε τὸν ἀσκητὴ νὰ συζητάει μὲ κάποιον νέο στὴν αὐλή του. Στὴν ἀπέναντι μεριὰ περίμεναν ἄλλοι τέσσερις καθισμένοι σὲ κάτι κούτσουρα. Ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς καὶ ὁ Γαβριὴλ βρῆκε δειλὰ τὴν θέση του. Δὲν πέρασαν περισσότερα ἀπὸ δέκα λεπτὰ καὶ ἡ συνομιλία τοῦ Γέροντα μὲ τὸν νεαρὸ τελείωσε.

Τί γίνεστε, παιδία; ρωτάει. Ἔχετε πάρει κανένα λουκουμάκι; Ἔχετε πιεῖ λίγο νεράκι; Εὐχαριστοῦμε, Γέροντα, ἀπήντησαν, μὲ συμβατικὴ κοσμικὴ εὐγένεια. Ἔλα ἐδῶ, λέει ἀπευθυνόμενος στὸν Γαβριήλ, ξεχωρίζοντάς τον ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους. Θὰ φέρω ἐγὼ τὸ νερό, πᾶρε ἐσὺ τὸ κουτὶ αὐτὸ μὲ τὰ λουκούμια. Καὶ ἔλα πιὸ κοντὰ νὰ σοῦ πῶ ἕνα μυστικό: Καλὰ νὰ εἶναι κανεὶς ἄθεος, ἄλλα νὰ ἔχει ὄνομα ἀγγέλου καὶ νὰ εἶναι ἄθεος; Αὐτὸ πρώτη φορὰ μοῦ συμβαίνει.

Ὁ φίλος μας κόντεψε νὰ πάθει ἔμφραγμα ἀπὸ τὸν ἀποκαλυπτικὸ αἰφνιδιασμό. Ποῦ ἐγνώρισε τὸ ὄνομά του; Ποιὸς τοῦ ἀποκάλυψε τὸ πρόβλημά του; Τί, τελικά, ἤθελε νὰ τοῦ πεῖ ὁ γέροντας;

- Πάτερ, μπορῶ νὰ σᾶς μιλήσω λίγο; Μόλις ποὺ μπόρεσε νὰ ψελλίσει. Κοίταξε, τώρα σουρουπώνει, πάρε τὸ λουκούμι, πιὲς καὶ λίγο νεράκι καὶ πήγαινε στὸ πιὸ κοντινὸ μοναστήρι νὰ διανυκτερεύσεις. Πάτερ μου, θέλω νὰ μιλήσουμε, δὲν γίνεται; Τί νὰ ποῦμε, ρὲ παλληκάρι; Γιὰ ποιὸν λόγο ἦλθες;

Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἔνιωσα ἀμέσως νὰ ἀνοίγει ἡ ἀναπνοή μου, ἀφηγεῖται. Ἡ καρδιά μου νὰ πλημμυρίζει ἀπὸ πίστη. Ὁ μέσα μου κόσμος νὰ θερμαίνεται. Οἱ ἀπορίες νὰ λύνονται χωρὶς κανένα λογικὸ ἐπιχείρημα, δίχως καμία συζήτηση, χωρὶς τὴν ὕπαρξη μιᾶς ξεκάθαρης ἀπάντησης. Γκρεμίσθηκαν μέσα μου αὐτομάτως ὅλα τὰ ἄν, τὰ γιατί, τὰ μήπως καὶ ἔμεινε μόνον τὸ πῶς καὶ τὸ τί ἀπὸ δῶ κι ἐμπρός.

Ὅ,τι δὲν τοῦ ἔδωσε ἡ σκέψη τῶν μορφωμένων, τοῦ τὸ χάρισε ὁ εὐγενικὸς ὑπαινιγμὸς ἐνὸς ἁγίου, ἀποφοίτου μόλις τῆς τέταρτης τάξης τοῦ δημοτικοῦ. Οἱ ἅγιοι εἶναι πολὺ διακριτικοί. Σοῦ κάνουν τὴν ἐγχείρηση χωρὶς ἀναισθησία καὶ δὲν πονᾷς. Σοῦ κάνουν τὴν μεταμόσχευση χωρὶς νὰ σοῦ ἀνοίξουν τὴν κοιλιά. Σὲ ἀνεβάζουν σὲ δυσπρόσιτες κορυφὲς δίχως τὶς σκάλες τῆς κοσμικῆς λογικῆς. Σοῦ φυτεύουν τὴν πίστη στὴν καρδιά, χωρὶς νὰ σοῦ κουράσουν τὸ μυαλό.


Μητροπολίτου Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς Νικολάου
Περιοδικὸ Πεμπτουσία, τ. 22, Δεκέμβριος 2006 - Μάρτιος 2007
Αποδελτίωση: www.nectarios.gr

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Κύριε, δεν μπορώ μόνος! Δώσε να Σε γνωρίσει όλος ο κόσμος.



[...] Όσο πύκνωναν οι επισκέψεις της χάρης σε δύναμη και διάρκεια, αύξανε και η ευγνωμοσύνη προς τον Θεό στην ψυχή του Σιλουανού.

«Κύριε, δεν μπορώ να Σε ευχαριστήσω όπως πρέπει για το νέο άρρητο έλεός Σου, γιατί αποκαλύπτεις τα μυστήριά Σου σε έναν αμαθή και αμαρτωλό, όπως είμαι εγώ. Ο κόσμος χάνεται αλυσοδεμένος στην απόγνωση, ενώ ανοίγεις σε μένα, τον τελευταίο και χειρότερο από όλους, την είσοδο στην αιώνια ζωή. Κύριε, δεν μπορώ μόνος... Δώσε να Σε γνωρίσει όλος ο κόσμος.»

Βαθμηδόν αρχίζει να επικρατεί στην προσευχή του η λύπη για τον κόσμο, γι' αυτούς που δεν γνωρίζουν τον Θεό. «Να προσεύχεσαι για τους ανθρώπους σημαίνει να χύνεις αίμα», έλεγε ο Γέροντας, που διδάχθηκε την άμωμη αγάπη του Χριστού από το Πνεύμα το Άγιο.

Η αγάπη του Χριστού είναι μακαριότητα, που δεν συγκρίνεται με τίποτε στον κόσμο, και συγχρόνως είναι πάθος, μεγαλύτερο από κάθε άλλο πάθος, μαρτύριο μέχρι θανάτου.

Να αγαπάς με την αγάπη του Χριστού σημαίνει να πίνεις το «ποτήριον» εκείνο, που και ο Ίδιος ο Άνθρωπος Χριστός παρακάλεσε τον Πατέρα να μην το πιει.

Με την καθαρά νοερή προσευχή διδάσκεται ο ασκητής τα μεγάλα μυστήρια του Πνεύματος. Μπαίνοντας με τον νου στην καρδιά, πρώτα στη σαρκική καρδιά, αρχίζει να διεισδύει σε εκείνα τα βάθη της, όπου δεν είναι πια σάρκα. Βρίσκει τη «βαθιά» καρδιά, την πνευματική, τη μεταφυσική και μέσα της βλέπει πως η ύπαρξη όλης της ανθρωπότητας δεν είναι γι' αυτόν κάτι ξένο, αλλότριο, αλλά είναι δεμένη αχώριστα με την προσωπική του ύπαρξη.

«Ο αδελφός μας είναι η ζωή μας», έλεγε ο Γέροντας.

Με την αγάπη του Χριστού αισθανόμαστε όλους τους ανθρώπους ως αναπόσπαστο μέρος της υποστατικής μας υπάρξεως. Ο Γέροντας άρχισε να κατανοεί την εντολή «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» όχι ως ηθικό κανόνα. Διέβλεπε πλέον ότι η λέξη «ὡς» αναφερόταν όχι στον βαθμό της αγάπης, αλλά στην οντολογική ενότητα των ανθρώπων.

«ὁ Πατὴρ κρίνει οὐδένα, ἀλλὰ τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ Υἱῷ... ὅτι Υἱὸς ἀνθρώπου ἐστί.» (Ιωάνν. ε' 22 και 27). Αυτός ο Υιός του ανθρώπου, ο Μέγας Κριτής του κόσμου, θα πει κατά την Κρίση πως «εἶς τούτων τῶν ἐλαχίστων» είναι Αυτός ο Ίδιος. Με άλλα λόγια περικλείει στη δική του υποστατική ύπαρξη την ύπαρξη κάθε ανθρώπου. Ο Υιός του ανθρώπου φέρει στον Εαυτό του όλη την ανθρωπότητα και έπαθε για «όλον τον Αδάμ». Ο Απόστολος Παύλος λέει πως εμείς πρέπει να κάνουμε δικό μας τον ίδιο τρόπο ζωής, να καλλιεργούμε το ίδιο φρόνημα, «ὃ καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Φιλιππ. β' 5).

Το Άγιο Πνεύμα, που δίδασκε στον Σιλουανό την αγάπη του Χριστού, του έδινε και το χάρισμα να ζει αληθινά αυτήν την αγάπη, που αγκαλιάζει ολόκληρη την ανθρωπότητα. Η προσευχή σε όλη την ένταση, με βαθύ πένθος για όλο τον κόσμο, τον εξοικείωσε και τον έδεσε με ισχυρούς δεσμούς με «όλον τον Αδάμ». Κι αφού βίωσε την ανάσταση της ψυχής του, ήταν φυσικό πια γι' αυτόν να δέχεται κάθε άνθρωπο ως τον αιώνιο αδελφό του. Στην επίγεια ζωή υπάρχει μια διαδοχή, μια σειρά, αλλά στην αιωνιότητα όλοι είμαστε ένα, και γι' αυτό ο καθένας μας πρέπει να φροντίζει όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για την ενότητα όλων.

Μετά την εμπειρία των βασάνων του άδη, μετά την υπόδειξη του Θεού «κράτα τον νου σου στον άδη», ήταν ιδιαίτερα χαρακτηριστική για τον γέροντα Σιλουανό η προσευχή για τους νεκρούς, που «υπάρχουν εν βασάνοις». Προσευχόταν επίσης για τους ζωντανούς και τις μέλλουσες γενεές. Στην προσευχή του, που έβγαινε από τα όρια του χρόνου δεν υπήρχε πια καμιά αναφορά στα παροδικά φαινόμενα της πρόσκαιρης ζωής. Παράλληλα με τη θλίψη του για τον κόσμο έλαβε και το χάρισμα να διακρίνει τους ανθρώπους σε αυτούς που γνώρισαν τον Θεό και σε αυτούς που δεν Τον γνώρισαν. Ήταν αφόρητη γι' αυτόν η σκέψη ότι οι άνθρωποι θα βασανίζονται στο «σκότος το εξώτερον».

Θυμόμαστε τη συνομιλία του με κάποιον ερημίτη, ο οποίος έλεγε:
-Ο Θεός θα τιμωρήσει όλους τους αθέους. Θα καίγονται στο πυρ το αιώνιο.

Προφανώς η ιδέα πως οι άθεοι θα τιμωρούνταν στο αιώνιο πυρ τού προκαλούσε ικανοποίηση, κατά το ψαλμικό: «Εὐφρανθήσεται δίκαιος, ὅταν ἴδῃ ἐκδίκησιν» (Ψαλμ. νγ', 11-12)*.

Με ολοφάνερη συγκίνηση ο Γέροντας απήντησε:

-Πες μου, όμως, σε παρακαλώ, αν σε βάλουν στον παράδεισο και δεις από εκεί πως κάποιος καίγεται στις φλόγες του άδη, θα μπορούσες τάχα να έχεις ανάπαυση;
-Αλλά τι μπορεί να γίνει; Αυτοί οι ίδιοι φταίνε, λέει εκείνος.

Τότε ο γέροντας είπε με θλιμμένο βλέμμα:
-Η αγάπη δεν μπορεί να το υποφέρει... Πρέπει να προσευχόμαστε για όλους.

Και πράγματι εκείνος προσευχόταν για όλους. Ήταν παράξενο γι' αυτόν να προσεύχεται μόνο για τον εαυτό του· «πάντες γὰρ ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. γ' 23). Γι' αυτόν που είδε, στο μέτρο που του δόθηκε, τη δόξα του Θεού που βίωσε τη στέρησή της, ακόμη και η σκέψη της στερήσεως αυτής έγινε αβάστακτη. Η ψυχή του «έλειωνε» στη σκέψη ότι πολλοί άνθρωποι ζουν, χωρίς να γνωρίζουν τον Θεό και την αγάπη Του, και προσευχόταν εκτενώς να γνωρίσουν όλοι τον Θεό και ο Κύριος, κατά την άφατή Του αγάπη, να δώσει να Τον γνωρίσουν με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος.

Ως το τέλος της ζωής του, παρά την εξάντληση των δυνάμεών του και τις ασθένειές του, διατήρησε τη συνήθεια να κοιμάται μόνο κατά διαστήματα. Του έμενε πολύς χρόνος για την κατ' ιδίαν προσευχή και προσευχόταν αδιαλείπτως, μεταβάλλοντας ανάλογα με την περίσταση τον τύπο της προσευχής. Ιδιαιτέρως, όμως, και εκτενέστερα προσευχόταν τη νύχτα, πριν από τον όρθρο.

Τότε παρακαλούσε για ζωντανούς και νεκρούς, για φίλους και εχθρούς, για όλους.



Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, εκδ. Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας, σελ. 55-58.


* Ακολουθώντας την έκδοση της Αποστολικής Διακονίας: Ψαλμ. νζ', 11.

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Η προσευχή για τους νεκρούς



Ένα κομποσχοίνι που κάνεις για τον αδελφό σου, για τον συγγενή σου, δεν πάει χαμένο. Ο Θεός θα τον βοηθήσει, όταν βρεθεί σε δύσκολη θέση. Το κομποσχοίνι, όχι βοηθάει, αλλά και ψυχή από την κόλαση μπορεί να βγάλει! Τόση δύναμη έχει η προσευχή.

Εγώ μνημόνευα τον παππού μου, ο οποίος ήτο ιερεύς. Τότε ήμασταν ζηλωταί· πριν λάβουμε τις πληροφορίες. Δεν τον μνημονεύαμε εις την λειτουργία, διότι ήτο νεοημερολογίτης. Του έκανα πολλά κομποσχοίνια, και παρακαλούσα το Θεό λέγοντας: «Κύριε, τόσες λειτουργίες σου έκανε, τόσες εξομολογήσεις κλπ., ελέησον αυτόν». Τούτο έπραττα επί καιρόν.

Ένα βράδυ τον είδα εις τον ύπνο μου (όραμα· ήτο αποκάλυψις Θεού), να με φιλεί και να μου λέει: «Ευχαριστώ, παιδί μου, τώρα βρίσκομαι σε καλύτερη θέση!» Τότε βλέπω και τη γιαγιά μου, να με πιάνει από το χέρι και να μου λέει: «Παιδί μου, προσευχήσου και για μένα, ίνα πάω εκεί που είναι και ο παππούς σου τώρα». Ήταν ολοζώντανο αυτό που έβλεπα. Αισθανόμουνα ότι ήσαν νεκροί.


Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης


Υ/γ. Σ' ένα άνθρωπο-ράκο, χαρακωμένο από τα βάσανα στην ψυχή και το σώμα, που έφυγε σήμερα από τη ζωή αυτή για την αιωνιότητα. Είχα ακούσει κάποτε πως οι ψυχές των νεκρών δεν απαλλάσσονται μόνο από τα άρρωστα σώματά τους, αλλά απελευθερώνονται και από τα ψυχικά νοσήματα. Μακάρι σκέφτηκα...  Ελεύθερη πια ας αξιωθεί ν' ανεβεί κι η δική σου ψυχή προς τον θρόνο Του κι εκεί να βρει ανάπαυση. Θα 'μαστε καλά θείε, μακάρι να είσαι κι εσύ καλά!

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Amor omnia


«Το πρόβλημα της αριστεράς είναι ότι οι περισσότεροι που έγιναν κομμουνιστές το διάλεξαν από μίσος για τους πλούσιους και όχι από αγάπη για τους φτωχούς», έλεγε ο Μαρκ Τουέιν.

Ο φίλος μου ο Λουδοβίκος των Ανωγείων, πριν από λίγα χρόνια, επιστρέφοντας από ταξίδι του στο Άγιον Όρος, μου διηγόταν ότι ο ηγούμενος της Μονής Ιβήρων Βασίλειος Γοντικάκης ισχυρίζεται πως: «Όσοι έρχονται να μονάσουν εδώ πάνω, χωρίς πρώτα να τα έχουν βρει με τον κόσμο, διαλύονται…»

Ας αναλογιστούμε τις συνέπειες που έχουν με τον καιρό τέτοια κριτήρια επιλογής πορείας· συνέπειες στην ιδεολογία, συνέπειες στην Εκκλησία, συνέπειες στη γενική και προσωπική υγεία. Ας αφεθούμε να το επεκτείνουμε σε περισσότερα πρόσωπα αυτό, σε πάρα πολλά πρόσωπα, σε σύνολα, ομάδες, κοινωνίες, όπως όντως συμβαίνει. Τη σκιά της γενικής υποκρισίας και της παράνοιας να αναλογιστούμε. Ας παραδεχτούμε πως ο εμφύλιος πόλεμος είναι ο αγριότερος, γι’ αυτό τον λένε και αλληλοσπαραγμό. Ας παραδεχθούμε πως καλύτερα να πολεμάς τον Θεό παρά να τον υπερασπίζεσαι. Ο Χριστός υπήρξε πολύ καλός με τον ειδωλολάτρη εκατόνταρχο, τον αμφισβητία Νικόδημο, με τις συναισθηματικές πόρνες, τους θλιμμένους πότες, τους θερμοκέφαλους φυλακισμένους, τους αλλόπιστους Σαμαρείτες. Τους σεβόταν, τους αναζητούσε, τους έκανε παρέα, συνομιλούσε ως ίσος προς ίσον μαζί τους. Την πρώτη Του νύχτα μετά τη Σταύρωση, πήρε ένα ληστή από το χέρι και εισήλθαν μαζί στον Παράδεισο. Ο πρώτος άνθρωπος στον Παράδεισο δεν ήταν αρχιερέας, δεν ήταν νομοθέτης, δεν ήταν δάσκαλος ή φιλόσοφος, ήταν ένας παράνομος, ένας ληστής. Μόνο με τους θρησκευόμενους Φαρισαίους, με το ιερατείο της θρησκείας του γινόταν έξαλλος. Έξαλλος! Τίποτα δεν τον θύμωνε όσο η υποκρισία. Και η ανοησία, η δειλία, η αδράνεια. Οι τρεις μεγάλοι δαίμονες του νου.

Είναι άραγε, όντως ανάγκη αυτό που θεωρούμε ανάγκη και το προσκυνούμε, του παραδιδόμαστε; Πόσοι από μας καταλήγουμε να πιστέψουμε πως η μόνη όντως ανάγκη μας είναι η αγάπη; Κι ας ακούγεται αντιφατικό. Η αγάπη, η ελεύθερη, που δεν μπορεί να είναι ανάγκη, είναι η μόνη ανάγκη μας. Η αγάπη και ό,τι είναι αγάπη. Όποιος είναι αγάπη…

Η αγάπη ας είναι το μοναδικό κριτήριο. Εκεί ξεχωρίζει η ανδρεία, ξεχωρίζει και η εξυπνάδα. Δεν είναι ηθικολογικό ζήτημα η προτροπή πως μόνο ό,τι επιλέγουμε από αγάπη, καθαρή αγάπη και κλίση, έχει προοπτική. Προοπτική στην προκοπή, στην πληρότητα, στη δημιουργία που αγνίζει και χαροποιεί, στη νιότη του πνεύματος όσο το σώμα γερνάει. Είναι γεγονός πως, όταν ηλικιώνεται και γερνάει κανείς φυσιολογικά, το μεν σώμα εξασθενεί, το δε πνεύμα φρεσκάρεται και δυναμώνει, κερδίζει δηλαδή, από την πείρα και την ταπείνωση, διάκριση. Είναι ζήτημα υπαρξιακό, απτό. Ζήτημα συμφέροντος! Για όσους θέλουν τη ζωή τους να είναι ζωή και όχι σούρσιμο σε εξορία. Σε γη έρημη, ξένη από τη μέσα ποθεινή πατρίδα, που όλο καλεί, όλο αιμορραγεί από νοσταλγία κάποιου Παραδείσου, όταν αχνά θυμάται, αιμορραγεί και στάζει και ποτίζει το σκουρόχρωμο ρόδο της ξενιτιάς, το γεμάτο αγκάθια. Δεν υπάρχει χαμένος Παράδεισος, όπως αρέσκονται να θρηνούν οι ευαίσθητοι ποιητές. Ο Παράδεισος είναι πάντα στο μέλλον.

Θυμάμαι καλά, όταν πήγαινα στο δημοτικό και ζούσαμε στα Χανία, ένα βραδάκι τη μητέρα μου να επιστρέφει στο σπίτι. Σπάνια, σπανιότατα, έβγαινε έξω, όμως τότε πήγε κάπου κοντά να αναζητήσει κάποια γυναίκα που θα βοηθούσε στη λάτρα. Ήρθε μέσα κατάπληκτη. Είπε σε όσους ήμασταν παρόντες πως, όταν πλησίασε στο χαμόσπιτο της καθαρίστριας με τα πολλά παιδιά, άκουσε γέλια. Κάθονταν, λέει, όλοι γύρω από ένα μικρό τραπέζι σ’ ένα γυμνό άθλιο δωμάτιο με πατημένο χώμα για πάτωμα, και έδειχναν να χαίρονται με την καρδιά τους. Της έκανε μεγάλη εντύπωση τόση χαρά μέσα σε τόση φτώχεια. Το δικό μας το σπίτι κατά κανόνα ήταν μελαγχολικό.

Από εκείνα τα χρόνια, αλλά και από όσα γενικά έμαθα, αν έμαθα, έφτασα να μη λυπάμαι αυτόματα και απερίσκεπτα τους φτωχούς ανθρώπους. Τα φτωχά παιδιά δεν με κάνουν λιώμα με την πρώτη όταν τα προβάλλουν οι φιλάνθρωπες εκπομπές στην τηλεόραση, και μάλιστα όταν πλησιάζουν Χριστούγεννα κι άλλες γιορτές που μας απαιτούν «εποχιακά καλούς». Όχι πως η φτώχεια δεν είναι φρικτό βάσανο, όμως κάτι μέσα μου ρίζωσε από νωρίς έτσι ώστε να μην τη θεωρεί το πρώτο και το χειρότερο βάσανο. Η έλλειψη αγάπης με κάνει κομμάτια. Αυτού του είδους την πενία, αυτού του είδους τη ζητιανιά, όταν τη βλέπω σε μάτια και μάλιστα σε παιδικά μάτια, με κάνει κομμάτια. Για να επιλέξει να γεννηθεί σε πάμφτωχη φάτνη αλόγων, στο άχυρο, ένας βασιλιάς, σημαίνει πως κι εκείνος κάτι τέτοιο θέλει να πει. Για τις προτεραιότητες να πει.

Όταν πήγαινα στο δημοτικό, κυκλοφορούσαν κάτι μαντιλάκια για τη μύτη που τα έστελναν με τα άλλα δώρα συγγενείς από την Αμερική. Πάνω τους ήταν τυπωμένα στα αγγλικά κάποια λόγια, που τα θαυμάζαμε σαν πολύ έξυπνα και τα μεταφέραμε κι εμείς σε λευκώματα, όταν προσπαθούσαμε να εντυπωσιάσουμε τον κτήτορα και τους άλλους: Το να αγαπάς είναι τίποτα. Το να σ’ αγαπούν είναι λίγο. Το ν’ αγαπάς και να σ’ αγαπούν είναι το παν!
Φαίνεται απλοϊκό, φαίνεται λαϊκίστικο, φαίνεται τετριμμένο και κοινότοπο, εγώ όμως όσο μεγαλώνω και μαζεύω τέλος πάντων απ’ τις εικόνες και τους ήχους της ζωής, τείνω να καταλήξω πως τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Είναι ανάποδα. Μόνο όποιος μπορεί να αγαπά είναι καλά. Έχει το παν. Δεν λέω πως δεν θέλει κι αυτός την ανταπόκριση της αγάπης του, όμως όποιος αγαπά, και με το ελάχιστο που του επιστρέφεται, χαίρεται, ενώ εκείνος που δεν μπορεί ν’ αγαπά είναι πίθος των Δαναΐδων. Όση αγάπη κι αν του προσφέρουν, κλαίγεται και τρώγεται. Τίποτα δεν τον γεμίζει.

Μάρω Βαμβουνάκη, Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης, εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα: 2008, σ. 226, 244-248

Η ευθύνη μας



Ο εγωισμός, αυτή η συστηματική γεννήτρια νόσων, είναι πάντα στο χέρι μας. Είναι πάντα στη δική μας ευθύνη. Όλοι οι σοφοί του κόσμου, όλοι οι μύστες, όλοι οι ιδρυτές θρησκειών, όλο το κήρυγμα του Ιησού, αυτό επιβεβαιώνουν: ο εγωισμός μας είναι ευθύνη μας. Καταλογίζεται. Τίποτα εντέλει δεν είναι περισσότερο στο χέρι μας και στην επιλογή μας όσο ο εγωισμός μας. Δεν είναι μικρόβιο, δεν είναι ίωση, είναι επιλεγμένη στάση ζωής. Μια στάση ζωής, μάλιστα, που διαρκώς επανεπιλέγεται και επανατροφοδοτείται.


Πηγή: Μάρω Βαμβουνάκη, Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης, εκδ. «Ψυχογιός», σ. 166-167.

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

Η αξόδευτη αγάπη



Αν στέρηση είναι να μην έχεις αυτό που επιθυμείς, ανικανοποίητο είναι να έχεις μεν αυτό που επιθυμείς, αλλά να μη σου προσφέρει τη γεύση που περίμενες να σου προσφέρει. Η απόκτησή του να αποδεικνύεται απογοητευτική. O άνθρωπος σήμερα μαραίνεται μέσα στην εποχή του ανικανοποίητου. Κι αν, όταν στερείσαι, μπορείς να ονειρεύεσαι και να προσδοκάς, μέσα στην ανικανοποίητη καθημερινότητα και τις απανωτές απογοητεύσεις -όχι απ’ αυτά που δεν έχεις αλλά απ’ αυτά που έχεις-, δεν ξέρεις πια τι ακριβώς να επιθυμήσεις.

Από παντού ακούς χείλη πικρά να συμπεραίνουν πως δεν υπάρχει συναίσθημα, δεν υπάρχει φιλία, δεν υπάρχει εμπιστοσύνη, αξίες, φιλότιμο. Οι άνθρωποι παραπονιούνται πως δεν τους αγαπούν. Είναι εξάρτηση να περιμένεις από τους άλλους να σου χαρίσουν την αγάπη. Η αγάπη όντως είναι η μεγάλη πλήρωση της ύπαρξης, αλλά μόνο όταν πρόκειται για αγάπη που δίνεις. Όσο κι αν αγαπιέσαι, το ανικανοποίητο θα επιμένει ζοφώδες στην καρδιά, αν αυτή η καρδιά δεν μπορεί να αγαπήσει. Γεμίζουμε μονάχα απ’ την αγάπη που εμείς δίνουμε, από την πίστη που ασκούμε, από όσα δικά μας χαρίζουμε.  

Ακόμη κι η ψυχή διά της απωλείας της κερδίζεται. Είναι μοίρα ή ελεύθερη επιλογή η ικανότητά μας στο συναίσθημα; Πρέπει να είναι ελεύθερη επιλογή, γι’ αυτό και η καρδιά είναι διαρκώς θυμωμένη με τον μίζερο εαυτό μας που τη στενεύει. Κι αν είναι δύσκολο να βρίσκουμε αγάπες, είναι πολύ πιο δύσκολο να αγαπάμε· προϋποθέτει μεταστροφή της εγωιστικά εκπαιδευμένης προσωπικότητάς μας κάτι τέτοιο. Όσο την αρνούμαστε τη μεταμόρφωση, η επιδημία της ανίας και της κατάθλιψης εξαπλώνεται, σαν φάντασμα στοιχειώνει τη ζωή μας. Λέγεται πως: «Μελαγχολία είναι η αξόδευτη αγάπη...»


Πηγή: Μάρω Βαμβουνάκη, Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης, εκδ. «Ψυχογιός»

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Το υπερωκεάνιο του Θεού


Κάποτε ένας ναυτικός βρέθηκε ναυαγός σ’ ένα ακατοίκητο τροπικό νησί μόνος κι έρημος. Με πολλούς κόπους, χωρίς εργαλεία, εργαζόμενος μόνο με τα χέρια του, κατάφερε να φτιάξει μια ξύλινη καλύβα για να μπορέσει να προστατευτεί κατά την περίοδο των βροχών. Πράγματι είχε μόλις τελειώσει την καλύβα όταν άρχισε να βρέχει ασταμάτητα. Όμως την δεύτερη κιόλας μέρα ένας κεραυνός έκαψε την καλύβα του και την έκανε στάχτη. Ο ναυαγός, που πρώτα δόξαζε το Θεό για τη σωτηρία του, τώρα αναλύθηκε σε δάκρυα. «Γιατί Θεέ μου», άρχισε να λέει και να παραπονιέται για την καταστροφή.

Κι ενώ η απελπισία πλημμύριζε την καρδιά του άκουσε από το πέλαγος το σφύριγμα ενός μεγάλου πλοίου. Σε λίγο μια βάρκα ήταν στην παραλία. «Πώς με βρήκατε σε τούτη την ερημιά;» τους ρώτησε. «Είδαμε, του είπαν, το σινιάλο του καπνού απ’ την φωτιά που άναψες»!

Όταν βλέπεις τα όνειρα, τις επιδιώξεις και τα έργα σου κάποιες φορές να γίνονται στάχτη κι αποκαΐδια, μην απελπίζεσαι. Περίμενε και θα προβάλει ανέλπιστα το υπερωκεάνιο του Θεού. Γιατί στ’ αλήθεια: «Τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν» (Ρωμ. 8, 28).

Και μην πεις στο τέλος ότι ήταν τυχαίο!


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...